Ένας αξέχαστος δημιουργικός μαθητής

Ένας αξέχαστος δημιουργικός μαθητής

Ένας αξέχαστος δημιουργικός μαθητήςΈνας αξέχαστος δημιουργικός μαθητής

Αν παραδεχτούμε πως ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός θεωρείται στις περισσότερες φορές “δύσπεπτος”, ακόμη και στους εξοικειωμένους με τη λογοτεχνία και την ποίηση, τότε δε θέλει και σοφία, για ν’ αποδεχτούμε πως σε φυσιολογικές συνθήκες χαρακτηρίζεται τουλάχιστον “ξενέρωτος”, για κάποιον έφηβο. Πάντα, βέβαια, με τα δεδομένα ενός εκπαιδευτικού συστήματος, που δεν αφήνει περιθώρια στο μαθητή να προχωρήσει σε μία ουσιαστικότερη προσέγγιση των διαφορετικών μορφών έκφρασης.

Το κεφάλαιο όμως του Σικελιανού, είναι αλήθεια πως θα το συσχετίζω ισόβια με μία ανάμνηση από την εικοσαετή μαθητεία μου σαν δάσκαλος της Νεοελληνικής λογοτεχνίας και γλώσσας. Πρωτίστως, γιατί αυτή λειτουργεί έως και τώρα σαν τρανό παράδειγμα ανατροπής του αφυδατωμένου δασκαλοκεντρικού συστήματος.

Όπως υποψιάζεστε, βρέθηκα και εγώ αντιμέτωπος με τούτο το βράχο, όταν χρειάστηκε κάποτε να παρουσιάσω τη δυσνόητη και ενίοτε κρυπτική “Ιερά οδό”, σε μαθητές της Β’ Λυκείου, γενικής κατεύθυνσης. Γιατί, κατά κοινή ομολογία, η «Ιερά Οδός» αποτελεί ένα ποίημα που δικαίως θα αποθάρρυνε ακόμη και τον οποιοδήποτε ενήλικο να το προσεγγίσει, πόσο μάλλον να το αφομοιώσει ή και να το αγαπήσει. Για να αφήσουμε στην άκρη έναν έφηβο, που οι ορμόνες του χτυπάνε κόκκινο.

Πάνω στην αμηχανία μου, λοιπόν, αποφάσισα να αυτοσχεδιάσω, ακολουθώντας μία προσέγγιση, πολύ κοντινή σ’ αυτήν που τώρα διδάσκομαι στο μεταπτυχιακό της Δημιουργικής γραφής, στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Πρότεινα – για να γίνω σαφέστερος – στους μαθητές μου να μελετήσουν το μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης και να τον αναπαράγουν με όποια φόρμα αυτοί θα επέλεγαν. Εξάλλου, ως γνωστό, ο Σικελιανός βασίζει, εν πολλοίς, το ποίημα του σ’ αυτό τον αρχαίο μύθο, που παραπέμπει στα Ελευσίνια μυστήρια. Το πρότεινα και αφέθηκα στην έμπνευση και τη δημιουργικότητά τους.

Εγώ, βέβαια, μπορεί να το πρότεινα, πλην όμως δεν περίμενα τέτοια αναπάντεχη ανταπόκριση και κυρίως τέτοια χαρισματική ποικιλία ευφάνταστων και ποιοτικών εργασιών.

Και όντως, οι μαθητές μου με άφησαν έκπληκτο για το βάθος της ευαισθησίας και της δημιουργικότητας τους. Η μία κοπελιά σκίτσαρε με κάρβουνο τα σημαντικότερα μοτίβα του μύθου (με δεδομένο πως ήθελε να σπουδάσει στη σχολή καλών Τεχνών). Άλλη το μετέγραψε σε κωμωδία. Άλλη σε σαπουνόπερα. Άλλη σε δράμα κοκ.

Αυτή, όμως, η εργασία που πάντα θα μνημονεύω με περηφάνια για την προσπάθειά της, ήταν η διασκευή που έκανε ο πιο αδύναμος ίσως μαθητής του τμήματος, μολονότι οι καλύτεροι βαθμοί του ήταν στα δικά μου μαθήματα. Για την εργασία του – να σημειωθεί – αφιέρωσε όλες τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές του – και μάλιστα με δίψα αριστούχου.

Ο Αντρέας, όταν έφτασε η ώρα του, ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, κοκκίνισε από την αγωνία, το άγχος ή τη ντροπή – ή ποιος ξέρει για τι άλλο – και μου την έδωσε, κάνοντας κάποια ακαταλαβίστικα επεξηγηματικά σχόλια.

Την πήρα απορημένος και ανυπόμονος άρχισα να την διαβάζω. Όταν πια δεν μπόρεσα να κρατήσω το επιφώνημα της έκπληξης και της χαράς, τον αγκάλιασα κατασυγκινημένος. Και αυτό, γιατί νομίζετε άραγε;

Μα γιατί ο μαθητής είχε μεταγράψει όλον, μα όλον τον μύθο, σε στίχους Hip Hop, που ήταν και το είδος μουσικής που λάτρευε. Όλο τον μύθο, μέχρι και την τελευταία σκηνή. Με χαρακτήρες, πλοκή, εντάσεις και το σημαντικότερο, μ’ ένα πρωτοφανές χιούμορ.

Έβγαλα, εννοείται, αντίγραφο της εργασίας του και εξακολουθώ να το κρατώ σαν ενθύμιο.

Αντιγράφω, σε άψογη ρίμα το ακόλουθο απόσπασμα:

“Η Περσεφόνη έφυγε μια μερ’ απ’ το χωριό της

λουλούδια πήγε μάζεψε για το σπιτικό της.

Εκεί όπως τα μάζευε με τ’ άλλα κοριτσάκια,

τις κόρες του Ωκεανού που είχαν κοτσιδάκια,

μαζεύαν ρόδα, υάκινθους, κρίνα και μενεξέδες,

το κολατσιό τους ήτανε ψωμί, τυρί, κεφτέδες.

Ο Νάρκισσος της άρεσε και πήγε να τον κόψει

από τη ρίζα έκοψε του μαχαιριού την κόψη

εκεί όπως την έκοβε τής ήρθε ένας ταμπλάς,

οι κοπελιές τρομάξανε που βγήκε ο Χαροντάς.

Η Δημητρούλα φώναζε πού είναι το παιδί της,

μα μόνο ο Ήλιος άκουσε την τρομερή φωνή της.”

Και το ρεφρέν:

“Την Περσεφόνη αρπάξανε,

τη μάνα της τρομάξανε.

Την Περσεφόνη αρπάξανε,

τη μάνα της ταράξανε.”

Περιττό να σας πω πως εκείνο το μάθημα κάναμε πάρτη, με τον Αντρέα να ραπάρει και τα παιδιά να χειροκροτούν και να χορεύουν.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply