Ένα Αγγελάκη έφυγε – μιλώντας μαζί της

Ένα Αγγελάκη έφυγε - μιλώντας μαζί της

Το ποίημα “Λέει η Πηνελόπη” – γραμμένο από την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ – το διδάχθηκα φέτος, στο μεταπτυχιακό μου στη Δημιουργική γραφή, σ΄ένα εργαστήριο. Το ποίημα ήταν ενταγμένο στην ενότητα “Μυθολογία – Μυθικό πρόσωπο”. Το ένιωσα σαν μια μύχια γυναικεία εξομολόγηση, που εμπεριέχει όλες τις αδικαίωτες γυναικείες φωνές. Με ξάφνιασε η πλάγια ματιά του και η λυρική του ευαισθησία.

Το ποίημα αυτό της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ έγινε η αφορμή, για να αναστοχαστώ και να αποπειραθώ εν συνεχεία, να γράψω ένα δικό μου ποίημα, αφιερωμένο στο δικό μου Μυθικό Αντι-Οδυσσέα. Θα θυμάμαι πάντα την βαθιά και ανυπόκριτη φωνή της. Ένα σπάραγμα πόνου, οδύνης, απώλειας και Ανθρωπιάς.

Ένα Αγγελάκη έφυγε - μιλώντας μαζί της

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Λέει η Πηνελόπη

And your absence teaches me Ένα Αγγελάκη έφυγε – μιλώντας μαζί της
what art could not –
Daniel Weissbort
Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
—απουσία από τη ζωή—
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.Σβήνω, σχίζω, Ένα Αγγελάκη έφυγε – μιλώντας μαζί της

πνίγω τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι, έλα, σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά…
Η εκλεκτή καρδιά σου
—εκλεκτή γιατί τη διάλεξα—
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρωδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σα να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία

Γιάννης Δημογιάννης

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Δημήτρης Μπούρας – από τις διαδρομές στην Οδησσό

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Όχι του βασιλέα, αλλά του αδελφού της μάνας μου

– πέθανε, είπαν, φυματικός σ’ ένα ποτάμι, νύχτα

Γι’ αυτό και οι λέξεις μου κουβαλούσαν ανέκαθεν ποταμίσιες πέτρες κι υγρασία

για όσα δεν πρόλαβε αυτός να ταξιδέψει

Ήταν, βλέπεις, που οι περισσότεροι μουρμούριζαν

πως το όνομα μπορεί και να έβγαινε σημαδιακό.

Από τότε, πέντε φορές πηγαινοήλθα Ιθάκη Τροία και λίγο πριν φτάσω στο νησί

πάντοτε επέστρεφα στην εξορία των Αχρείων

Ποτέ μου δεν κατάλαβα, Πηνελόπη, ποιος σκαρφίστηκε τούτο το ναύλο

Ποιες άρρωστες ψυχές με υποθήκευσαν, ποιοι πείραξαν την πυξίδα

Ποιοι όρισαν τα ρήτρα, τον αφέντη, τον πιστό ή τον προδότη

Απλά, πενήντα τόσα χρόνια κι ακόμη μαραγκιάζω εξόριστος από το σπίτι μας

Με αγέννητο το παιδί και προδομένα τ’ όνειρά μας

Με την ψυχή μου ανέστια, να ξεχρεώνει υποθήκες ξένων.

Κι όμως τους πίστεψα, Πηνελόπη

Μπες – μου είπαν – στο σκαρί, αρκεί που ξέρουμε εμείς

Τράβα κουπί, τον Αγαμέμνονα υπάκουε, ασ’ τα κρεβάτια και τους όρκους της παντρειάς

Κι ο χρόνος κατάντησε μία συναλλαγή

Κι απέμεινα να βολοδέρνω μακριά σου

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Δημήτρης Μπούρας – Διαδρομές στην Οδησσό

Τώρα, δίπλα στα βότσαλα της θάλασσας συλλογιέμαι τι απέμεινε

Αν άραγε με αναγνωρίσεις όπως με έσκαψε η αρμύρα

Αν θα χωρέσεις τη λιγοσύνη ενός βασιλιά φυματικού.

Στις αμμουδιές όμως του Πρίαμου,

λίγα πια σώθηκαν απ’ όσα πίστεψε η αγάπη σου

Η θάλασσα διάβρωσε τα κυπαρίσσια που κάποτε άγγιξες

Τα λόγια μου αποδείχθηκαν σκιές. Κατάντησα κι εγώ ένας μνηστήρας.

Στις όχθες της Τροίας, γυρνώ την κλεψύδρα ανάστροφα κι ορίζω αναπότρεπτο χρησμό

Μην καταδέχεσαι κανέναν όρκο να κρατήσεις

Παρ’ το παιδί μας και άφησε μόνο μία ποταμίσια πέτρα μέσα σου

Για να γυρνώ κάθε που δύει ο ήλιος

και να ακουμπώ τη γη σου.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply