Μια ήμερα, μια συνηθισμένη ήμερα για εμένα εκπληρώνοντας την ρουτίνα της καθημερινότητας μου  καθώς ήμουν στην δουλειά, ήλθε ένας ηλικιωμένος. Αυτός ο ηλικιωμένος μου θύμιζε τον παππού μου. Το πρόσωπο του ήταν ταλαιπωρημένο από το πέρασμα των χρόνων. Είχε σκουρόχρωμο χρώμα ηλιοκαμένο. Το δέρμα του ήταν απαλό με αρκετές ζάρες. Τα μάτια του ήταν γαλανά σαν τον ουρανό. Καθώς έμπαινε μου είπε καλημέρα και έκατσε στην γωνία σε ένα τραπεζάκι ζητώντας μου ένα ελληνικό μονό σκέτο

Όταν πήγα να του το προσφέρω με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: “πως γίνεται να μου προσφέρεις κάτι τόσο όμορφο και εσύ να είσαι λυπημένη;”. Τον κοιτάζω και του απάντησα ότι η ζωή είναι άδικη και μου στερεί την χαρά και μου προσφέρει στεναχώρια.

Ο παππούλης με άκουγε προσηλωμένος απαντώντας μου πως η ζωή είναι σαν έναν καφέ ελληνικό, κάποτε σου πετυχαίνει και άλλες φόρες σου σπάει. Η ζωή δεν είναι άδικη, δεν είναι θλιβερή, οι άνθρωποι την κάνουν να φαίνεται έτσι. Κάποτε μου είπε ο πατέρας μου ότι αυτοί που θα σε πληγώσουν θα είναι και αυτοί που θα αγαπήσεις περισσότερο. Τον διακόπτω και τον ρωτάω: “Μα πώς γίνεται αυτό και ποιος ο λόγος να αγαπήσεις εφόσον θα πληγωθείς;”. Τότε με κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα και μου απάντησε πως οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να ακούν αλλά μόνο να μιλάνε και να εστιάζουν στα πάθη τους. Σε αυτούς που θα δώσεις όλα τα αγαθά του κόσμου ίσως και αυτοί θα σε κάνουν έναν κενό άνθρωπο στην καρδιά και έναν κακό άνθρωπο στο μυαλό.

Τότε τον ρώτησα, ποιο είναι το νόημα να ζεις εφόσον εκεί που θα αγαπηθείς και θα αγαπήσεις δεν θα μπορείς να εκτιμηθείς. Μου γέλασε. Ακριβώς εκεί βρίσκεται το νόημα στη ζωή γιατί δεν γνωρίζεις το αύριο, το σήμερα και το τώρα. Εμένα το τώρα μου έδωσε αυτό που ζητούσα, δηλαδή έναν ελληνικό με ευωδία. Εσύ βλέπεις μονό έναν καφέ, αλλά για έμενα αυτός ο καφές, μου φέρνει ευχαρίστηση και εδώ είναι η διαφορά μεταξύ μας. Χωρίς να το καταλάβεις έκανες χαρούμενο έναν άνθρωπο.

Και εδώ θέλω να εστιάσεις. Πολλές φόρες αυτό που δίνουμε σε έναν αγαπημένο μας άνθρωπο δεν το εκτιμάει, αλλά ένας ξένος το εκτιμάει περισσότερο, γιατί ακριβώς ο ξένος δεν περιμένει κάτι περισσότερο από εσένα, ενώ ο δικό σου άνθρωπος το αναζητεί. Η ζωή είναι ακριβώς έτσι, δεν ξέρεις και δεν γνωρίζεις άμα εκτιμηθείς ή όχι γι’ αυτό και πρέπει να το ανακαλύψεις.

το διήγημα αλιεύθηκε εδώ:
https://www.maxmag.gr/egrapsa/i-istoria-enos-geronta-apo-tin-aggeliki-maria-kastamoyla/

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply