Αιώρηση - από το Α στην τρέλαΑιώρηση – από το Α στην τρέλα.

Τέσσερα ποιήματα, τέσσερα θραύσματα ενός αχαρτογράφητου κόσμου. Η φλόγα ενός λυχναριού που μπορεί και να τρεμοσβήνει, αβέβαιη για τη διάρκεια και τη λάμψη της. 

Γιάννης @ Κοψίνης 

Έζησα στο χείλος ενός λυχναριού.
Εκεί με θυμάμαι από πάντα.
Μια σταλαγματιά θαύμα άκουσα να λένε
Και, μετά μου έδωσαν ένα όνομα τυχαίο.
Έμαθα να μιλάω και να μετράω ανάποδα.
Ήμουν ελαφρύς σαν την πρώτη του χρόνου μέρα
Κάθε μέρα
Ή, αν το προτιμάς
Ασήκωτος σαν την φωτιά και το μέταλλο ενός πυραύλου ανυπόμονου.

Δεν έμαθα να κυνηγάω
Γνώρισα παρ όλα αυτά τα ζώα στο χείλος των νερών
Ο ουρανός ένα γκρι κουβάρι
Και, το χώμα μου γεμάτο κόμπους
Μου σύστησαν τον κόσμο σε γραμμές που έγερναν
Και, τις αρχές τους έπαιρναν
Και, πριν τις τραβήξουν ως το τέλος
Κάπου στη μέση του χρόνου τέμνονταν
Και, τσίριζαν όπως αρμόζει άλλωστε στις οξείες γωνίες.

Ο Θεός αγαπά τον κύκλο μου λεγαν
Μόνο σ’ αυτόν μπορείς να τον χωρέσεις
Όρισα κι εγώ λοιπόν το σώμα σου για κύκλο
Και, θυσίαζα στα χείλια σου δένδρα αιωνόβια και χρωματιστά κουβάρια εξωγήινων ουρανών
Βάφτισα τη φωτιά Ελένη
Κι επειδή ορκίζονταν πως ο καπνός είναι εύφορος τον έκανα πατρίδα
Έζησα αόρατος στα χρόνια ενός αόρατου πολέμου
Οι στρατιώτες μας ντύνονταν μεγάλες παραγράφους
Και μάχονταν με εύστοχες προτάσεις.
Βλέπεις
Περίσσευαν οι λέξεις
Οι μεγάλοι μας ποιητές αποστήθιζαν το άλφα
Μόνο αυτό
Και πέθαιναν ουρλιάζοντάς το
Βλέπεις
Περίσσευε η αλφαβητα

Η αποκάλυψη ήρθε στο τέλος των ημερών μου
Γέμισαν οι οθόνες με το μεγάλο νέο
Ο κύκλος που λατρέψαμε ήταν ένα τεράστιο, κατάμαυρο, ημίψηλο καπέλο
Απ’ όπου ο Θεός
Έβγαζε και ξανάβγαζε τον εαυτό του. Αιώρηση – από το Α στην τρέλα

Αιώρηση - από το Α στην τρέλα

Φωτό: Τοτό (Antonio De Curtis)

One man circus

Γιώργος Κοζίας

Στο κατώφλι του σπιτιού του έγραψε: «άπατρις»,
σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του
και πρόσθεσε άλλη μία λέξη στον τοίχο: «άνεμος».

—Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος
δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,
στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο.

*41ος Παράλληλος, Γιώργος Κοζίας, Στιγμή 2012
* Φωτό: Τοτό (Antonio De Curtis) Αιώρηση – από το Α στην τρέλα

Αιώρηση - από το Α στην τρέλα

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΩΠΑΣΑΝ ΑΠΟΚΤΗΝΩΝΕΤΑΙ

Γιώργος Κοζίας

Υπέφερε από πονοκεφάλους
κρίσεις υποχονδρίας.
Η όρασή του εξασθενούσε.
Έγινε καχύποπτος, ακοινώνητος,
εριστικός.
Παλεύει μανιασμένα

Για νίκες που έγιναν ήττες
για ήττες που ήταν νίκες…

Σαράντα ετών έκοψε τον λαιμό του. Επέζησε.
Τον έκλεισαν στο φρενοκομείο.
Η οργή του κρύβει τον κόσμο.
Βυθίζεται στις θύελλες της σιωπής

Για νίκες που έγιναν ήττες
για ήττες που ήταν νίκες… Αιώρηση – από το Α στην τρέλα

Πριν αποσπάσει από τα χέρια του έρωτα
το τελευταίο
κάλπικο νόμισμα.

Γιώργος Κοζίας ,«Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», Στιγμή 2007

Αιώρηση - από το Α στην τρέλα

Ο θάνατος του ακούσιου εγκλεισμού

Γιάννης Δημογιάννης

Μέχρι τα ενενήντα τέσσερα σου χρόνια κράτησε η καύτρα του τσιγάρου σου

Μία, δύο τζούρες απέμειναν στον ισοβίτη κι αυτές, καυτές.

Κοιμόσουν πολλές ώρες και βαθιά στα τελευταία σου

Μονίμως έβλεπες στον ύπνο πως κρατούσες έναν άσο φίλτρο, προτού

σε ρουφήξει το Ικρίωμα – κι όμως δεν έβρισκες έναν αναπτήρα, ή έστω ένα σπίρτο,

για να ξεχαρμανιάσεις πριν την καταδίκη.

Όταν οι ονειροφάντες μελέτησαν τη νεκρική σου σχεδία,

όρισαν πότε παρήγγειλες το θάνατο σου

Πέθανες, όταν εσύ ο ίδιος καταδίκασες το παιδί σου

Όταν υπέγραψες τον εγκλεισμό της παιδικής μανίας του

– αυτό σου πρότειναν οι ιπποπόταμοι, ένας καλόβουλος ανθρωπάκος ήσουν –

τότε ο νους σου πυρακτώθηκε. 

Κατά τους προφήτες, η εικόνα του εσταυρωμένου γιού σου

παρέλυσε τη μυελίνη της τριφασικής σου ουδετερότητας

Ιδίως όταν ερχόσουν κάθε απόγευμα στο κρεοπωλείο, αλλά δεν άντεχες

τα τσιγκέλια που κρέμασαν το πρώτο σου σπέρμα

Τρεις μέρες κράτησε το μαρτύριο

Την Τρίτη μέρα, πάνω από τους ιμάντες του θυσιαστηρίου

ο γιος σού ψιθύρισε «πατέρα τετέλεσται», και τότε πέθανες

Ήταν η μέρα που απέδρασες από τον κήπο του μυαλού σου

– οι γιατροί απλά διέγνωσαν για το θεαθήναι, ά(γ)νοια

Όταν, βλέπεις, το εργοστάσιο παράγει τρίχρωμες τσιχλόφουσκες

Τα ποζιτρόνια του εγκεφάλου βραχυκυκλώνονται

Οι κουρτίνες κλείνουν το καταμεσήμερο

Ο πρωταγωνιστής καταντά αδιάφορη σκιά

Γλιστρά στην κλεψύδρα του θανάτου και δεν επιστρέφει ποτέ

Παύει πια να ενδιαφέρεται για την υστερία της γυναίκας του,

τους πολιτικούς διαξιφισμούς των ΚΑΠΗ, τα βήματα του καθημερινού του περίπατου,

τον ΕΝΦΙΑ, τον εκκλησιασμό της Κυριακής

Στο τέλος, πατέρα, ηχείς σαν μία ωδή ματαιότητας,

δεν είσαι παρά μία αστρική πυγολαμπίδα

Και τότε, ο θάνατος διαφέρει ή έστω ενδιαφέρει

όσο το κουλουράκι ενός πρωινού καφέ.

Κοιμάσαι για να μη θυμάσαι πως η επιβίωσή σου είναι ένα κακό σπυρί.

Τη μέρα που πέθανες, ο Άγιος Γεώργιος ο τροπαιοφόρος, σε κέντρισε με τη ρομφαία του

Σε διαβεβαίωσε πως οι μεσημεριανοί ύπνοι τέλειωσαν και πως μπορείς πια

να βυθιστείς στον αιώνιο λήθαργο

Στην τελευταία σκηνή του ενυπνίου, λίγο προτού αποδράσεις,

ο γιος σου ο μονογενής στάθηκε μπροστά σου

Έβγαλε ένα πράσινο φουλάρι από το λαιμό,

στο φόρεσε στο δεξί χέρι και σου ευχήθηκε

να ταξιδέψεις γαλήνιος μέχρι τις μεγάλες λίμνες του Άρτιον738

Πως τελικά ακόμη και ο Θεός μπορεί να πειραματιστεί με το μοναχογιό του,

Πόσο μάλλον ένας καλόβουλος ανθρωπάκος, που υπάκουσε μέχρι και ιπποπόταμους

Όταν ξύπνησες, είδες τη γυναίκα σου αλλόφρονα, πεσμένη πάνω στη ντουζιέρα

Σε έπλενε γυμνό στη μπανιέρα και δίπλα της,

ο μοναχογιός σου σε χτυπούσε στο στήθος

και φώναζε κάτι ακατάληπτα για έναν κρεοπώλη

Στο λαιμό του φορούσε ένα πράσινο φουλάρι.

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply