damiano1.jpg
Ο δημιουργός της Ευδοκίας στοχάζεται για το σινεμά και τη ζωή…

Πάθος δεν έχω για τίποτε. Πάθος έχω μόνο για την πίστη μου ότι ο Παράδεισος δεν έχει χαθεί. Υπάρχει αλλά δεν τον βλέπουμε. Είναι η κατάρα του Οιδίποδα, το «νους ορά και νους ακούει», που είπε αργότερα ο Ιησούς, η διαρκής δυνατότητα του ανθρώπινου όντος  να αποκαλύπτει τη μεγαλοσύνη της ζωής. Η τεχνολογία είναι ένα εργαλείο όπως το πιστόλι το μπαρούτι. Το είχαν οι Κινέζοι, οι τόσο συκοφαντημένοι σαν «κίτρινος κίνδυνος». Αλλά είναι η δυτική νοοτροπία υπεύθυνη για την κακή του χρήση. Το μπαρούτι ο Νόμπελ το έκανε θάνατο. Κι έμεινε το βραβείο του να αντιπροσωπεύει ένα πολιτισμό θανάτου. Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται με την τεχνολογία σαν ένα κρετίνικο παιδί που κραυγάζει και χρησιμοποιεί τα εργαλεία του μέσα σε μια έννοια παιχνιδιού και εκμετάλλευσης. Χωρίς συνείδηση του τι είναι αυτό που θα μπορούσε να του προσφέρουν. Δεν θεωρώ τίποτε λάθος. Κάθε τι είναι ένα δυναμικό που θα μπορούσε να είναι συν ή πλην. Έχω το αυτοκίνητο και για να πάω στην Αθήνα θέλω δύο ώρες, όταν κάποτε με τα πόδια έκανα μια…

(…) Προσπαθώ να μιμηθώ τη ζωή με την εξυπνάδα και το μυαλό, έχω χάσει όλες τις δυνατότητες της ελευθερίας μου. Κάποτε με το ένστικτο μου, με τη συλλογική μνήμη του κυττάρου, ήξερα τι θα φάω. Τώρα πρέπει να το μάθω κι αυτό. Θα στο πω με ένα παράδειγμα.
Είχα κάποτε μια φοράδα κι εκεί που την έδενα για βοσκή είχε φυτρώσει χασίς. Εγώ κοίταζα κι έλεγα τι να είναι αυτό, καναπίτσα θα είναι, λυγαριά. Πήγαινα λοιπόν τη φοράδα κάθε φορά και τη έβαζα να το φάει, αλλά αυτή ούτε να το μυρίσει. Αναπηδούσε, έκανε ανορθώσεις, έδειχνε την αηδία της με κάθε τρόπο.

Εγώ κατάλαβα πολύ αργότερα από αυτήν ότι ήταν χασίς… Εμείς χρειαζόμαστε μια επίπονη ιστορική κι εμπειρική παιδεία για να αποκτήσουμε τη γνώση αυτή. Και ξέρεις, εγώ θεωρώ μια από τη σημαντικότερες παιδείες το στρατό. Ο στρατός δεν είναι μια εφεύρεση της πολιτικής. Όλες οι πρωτόγονες φυλές, έχουν κάποιο είδος στρατιωτικής παιδείας για τους εφήβους. Όχι για να κάνουν πόλεμο, μα για γνωρίσουν τη ζωή. Κάποιες φυλές στη Νότια Αφρική βάφουν τους εφήβους με ανεξίτηλη λευκή μπογιά και τους διώχνουν για δύο χρόνια στη ζούγκλα. Πρέπει να νικήσουν, να νικηθούν και να κάνουν τον κύκλο, να γυρίσουν στη φυλή χωρίς τη μπογιά, γιατί η μπογιά είναι όνειδος. Κι όταν έρχεται η γέμιση του φεγγαριού που όλοι περιμένουν, γυρίζουν από τη δοκιμασία και τους περιμένουν οι κοπελίτσες, έτοιμες να γίνουν μητέρες πια, και γίνεται το νυφοπάζαρο… Έχω γράψει το Ερυσίχθονα, που ήταν ο πρώτος Οιδίποδας της μυθολογίας μας, γι’ αυτό. Που γυρίζει θριαμβευτής από το δοκιμασία του Καιάδα. Όπως κι οι Ινδιάνοι, που πρέπει να γυρίσουν έχοντας πάρει τα νύχια του αετού. Πώς θα τα πάρουν, πώς θα ανεβούν εκεί ψηλά πως θα παλέψουν με τον αετό, τι πρέπει να μηχανευτούν… Αυτό όμως είναι μια παιδεία. Όπου πραγματικά θα καταλάβεις, την αλληλεγγύη των ανθρώπων, θα γευτείς την άμιλλα σαν τον ύστατο νέκταρ της ζωής, θα αγαπήσεις το συναγωνιστή σου και τον καλύτερο σου που παλεύετε τον ίδιο αγώνα. Κι έτσι κάθε φορά προχωρά το όριο των επιτεύξεων σου κι αυτό σου δίνει χαρά. Γιατί για τους ανθρώπους που αμιλλώνται και δεν ανταγωνίζονται η ζωή είναι γιορτάσι.

damiano2.jpg

(…) Δεν είμαι ηθοποιός. Είμαι ένας άνθρωπος που προσπαθώ να αναπλάσω τη ζωή μέσα από τις δραστηριότητες που μου έχουν δοθεί ως στοιχεία. Όπως τα πέτρινα δόρατα που βρίσκουμε στα πανάρχαια σπήλαια ή τα ντολμέν που αποκαλύπτουν την πανάρχαια γνώση. Έγινα ηθοποιός από βιοπορισμό και από ασικλίκι. Έπαιξα στη τηλεόραση από πείσμα, όταν κάποιοι με προκάλεσαν ότι κάνω ποιοτικό θέατρο, επειδή δεν μπορώ να κάνω κάτι ζωντανό και εμπορικό. Και θύμωσα τόσο που πήγα στον «Παράξενο Ταξιδιώτη» κι όταν έφυγα από τη τηλεόραση είχα το καλύτερο κασέ, αλλά ντρεπόμουν γιατί το θεωρώ αίσχος αυτό που έκανα.

[Το να είσαι σκηνοθέτης] Είναι κάτι σαν αναγκαιότητα. Το να βγω και να κηρύττω το λόγο του Ιησού  μπορώ να το κάνω εμπόρευμα; Βέβαια το σελιλόιντ  είναι εμπόρευμα και οι εταιρείες σε εκμεταλλεύονται όπως οι νταβατζήδες τις πουτάνες. Έχω να σου πω μια κοινωνική  πρόταση. Αυτοί σου λένε τις θέλεις; Κατέβαινε. Αυτόν τον ρόλο τον ανέχεσαι και είναι μια δέσμευση. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.

(…) Όταν πρωτοβγήκε [η «Ευδοκία»] συνάντησε τη σιωπή και την εχθρότητα. Το διάβασα λοιπόν και γέλασα [ότι σήμερα έχει αναγνωριστεί ως μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες]. Ήμουν ταλαιπωρημένος και λασπωμένος από όργωμα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω ένα έργο για να πάρω ένα βραβείο. Κι όταν κάνω το μοντάζ είμαι καταστρεπτικά δωρικός. Πετάω αριστουργήματα, γοητευτικά πράγματα, για να μείνει το έργο να μιλήσει μόνο του. Και δεν με ενδιαφέρουν οι διανοούμενοι. Με ενδιαφέρουν οι απλοί συνάνθρωποι μου. Η Ευδοκία ήταν δύο χρόνια στο συρτάρι της εταιρείας και όταν βγήκε έκανε σε μια εβδομάδα 95.000 εισιτήρια. Γιατί τότε ήθελα πια να την καταστρέψω. Γιατί το «Μέχρι το πλοίο» μου αρέσει πιο πολύ. Είναι ατελέστερο και το αγαπώ γιατί ήταν η πρώτη μου μάχη.

(…) Εγώ ήμουν και είμαι πάντα σε σιγηλή διείσδυση. Προσπαθώ να συναρτήσω το ανατρεπτικό περιεχόμενο της ζωής και των πράξεων του ανθρώπου. Δεν με ενδιαφέρουν οι ρυθμοί. Έχω μια πρόταση για τους συνανθρώπους μου και χρειάζεται μια συνεχής τριβή και απόπειρα ισορροπιών και μια προετοιμασία για να βρεις την κατεύθυνση πραγμάτωσης. Μου έδωσαν κάποτε πολλά λεφτά για να ανεβάσω τους Πέρσες και να γυρίσω τους Μαυρόλυκους. Αρνήθηκα γιατί δεν είμαι έτοιμος. Ανταγωνιστικότητα; Οι Έλληνες ένα μόνο πράγμα μπορούμε να κάνουμε ανταγωνιστικό, πνευματικές πράξεις, κι όχι να μιμηθούμε τη γιγαντιαία  κινηματογραφική βιομηχανία που αναζητεί διακαώς το μέγα τίποτε, μέσα από φουρφουλένια και εντυπωσιακά πράγματα που δεν λένε ποτέ πράγματα με το όνομα τους. Οι Έλληνες πρέπει να κάνουν τραγωδίες. Έχουμε ένα ναό έτοιμο. Έχουμε μια ευθύνη. Έχουμε κάτι που κανένας άλλος λαός δεν έχει αγγίξει.

(…) [Ο «Ηνίοχος»] είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαδρομής από το Αλβανικό Έπος έως τις μέρες μας, το πως διαγράφει αυτή την ιστορική καμπύλη ένας σεμνός άνθρωπος. Ηνίοχος είναι το ψευδώνυμο που έχει όταν μπαίνουν οι Γερμανοί και που προέρχεται από την αποκαλυπτική σχέση που έχει με το ομώνυμο άγαλμα.

(αποσπάσματα από συνέντευξη του Αλέξη Δαμιανού στον δημοσιογράφο Γιάννη Κιμπουρόπουλου. Δημοσιεύθηκε στο Auto Week, ένθετο περιοδικό του Επενδυτή)

το απόσπασμα από τη συνέντευξη αλιεύθηκε από εδώ:
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply