Ανάπηροι - όπως λέμε αόρατοι, αλλά ισοβίως

Ανάπηροι – όπως λέμε αόρατοι, αλλά ισοβίως

Στη διαφήμιση, ένα αναπηρικό καροτσάκι κινείται στην πόλη, ακυβέρνητο. Γλιστρά και σκοντάφτει διαρκώς πάνω σε εμπόδια και αποκλεισμένες ράμπες. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για συγκρουόμενο του Λούνα Παρκ, αλλά για χιλιάδες ανάπηρους, που καθημερινά προσκρούουν στην αδιαφορία και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Το μήνυμα της διαφήμισης, αν και βουβό, προβάλλει αφοπλιστικό: «Το να προσποιούμαστε πως είναι αόρατοι, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν». Με μία όμως διαφορά. Ανάπηροι – όπως λέμε αόρατοι, αλλά ισοβίως.

Τα άτομα με αναπηρία δεν παρέμειναν αόρατα, όπως και οι υπόλοιποι φυσιολογικοί άνθρωποι, μονάχα στις μέρες που κράτησε η πανδημία του κορονοϊού. Κατά την περίοδο, δηλαδή, που όλοι οι “φυσιολογικοί” άνθρωποι έζησαν την εμπειρία του καταναγκαστικού εγκλωβισμού και οι περισσότεροι τα έπαιξαν κυριολεκτικά. Γιατί οι πάσης φύσεως ανάπηροι ήταν εγκλωβισμένοι και πριν, εξακολουθούν να είναι ανύπαρκτοι και τώρα, θα μείνουν όμως και μετά. Καταδικασμένοι ισοβίως στην ίδια μοίρα: να παραμένουν καθηλωμένοι στο σπίτι τους, χωρίς να ενδιαφέρονται και πολλοί για την τύχη τους.

Όταν, λοιπόν, όλοι θα απελευθερωθούν από τον εγκλεισμό του κορονοϊού, τότε οι ανάπηροι θα ζουν το ίδιο έργο. Θα εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στη δικιά τους μέρα της Μαρμότας. Κάθε μέρα θα εξαναγκάζονται να αναβιώνουν τον εγκλωβισμό που τρέλανε για δύο μονάχα μήνες, τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Μία ζωή που διαψεύδεται άδικα

Στην περίπτωσή μας, οι αριθμοί λειτουργούν ως αδιάψευστοι μάρτυρες. Οι «αόρατοι» πρωταγωνιστές της βουβής διαφήμισης αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού! Ιλιγγιώδες νούμερο, που γεννά την απορία: «Πού κρύβεται όλο αυτό το πλήθος; Πώς ζει; Τι κάνει και τι απολαμβάνει από μία ”φυσιολογική” και πρωτίστως, ισότιμη ζωή; Και ίσως το σημαντικότερο…. Ποια θα είναι η μοίρα του, μετά την εποχή της πανδημίας;».

Οι απαντήσεις, πολύ φοβάμαι, είναι ξεκάθαρες. Ίσως και αποκαρδιωτικές. Διότι το μέγα πλήθος των ανάπηρων αγνοείται, εφόσον παραμένει εγκλωβισμένο στο σπίτι και μάλιστα ακούσια. Μία αδιέξοδη δηλαδή κατάσταση, που αποδεικνύει με κυνισμό πως δεν υπάρχει πρόνοια γι’ αυτούς τους ταξιδιώτες. Χωρίς κανείς να τους αναφέρει, να τους ζητά, να ενδιαφέρεται για την ύπαρξή τους. Μία ατελέσφορη απόπειρα ελευθερίας, που, όπως θα έλεγε και ο Ρίτσος, αφήνει πίσω της «μία τούφα λυπημένο καπνό κατά το λιόγερμα».

Αυτό αισθάνομαι πως νιώθουν αυτοί οι αόρατοι συμπολίτες μας. Κοιτούν μία απέραντη θάλασσα, αλλά μένουν αταξίδευτοι. Ποθούν τις μεγάλες αποδράσεις, αλλά αναγκάζονται να ζουν σε μία σπιθαμή γης. Επιζητούν τ’ όνειρο, αλλά εγκλωβίζονται στον εφιάλτη της δοκιμασίας τους. Επιδιώκουν την απόδραση και τη φυγή, αλλά καθηλώνονται στη μιζέρια και την αυτο-λύπηση… Κοντολογίς, παρακολουθούν πίσω από τέσσερις τοίχους τη ζωή να σαλπάρει γι’ αλλού.

Κάπου εδώ, νομίζω, κρύβεται και η λέξη-κλειδί. Γιατί μπορεί κάποτε η ζωή να σε φιλοδώρησε μ’ ένα βαρύ γραμμάτιο, εντούτοις, το γεγονός καθαυτό, δεν είναι ούτε σπάνιο, ούτε ανυπέρβλητο. Αρκεί οι τριγύρω να συνειδητοποιήσουν πως μονάχα ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη μπορούν να υποκαταστήσουν όσα ο Χρόνος μάς στέρησε. Κι αυτό κατορθώνεται χάρη σε μία πολύτιμη λέξη: Την πρόσβαση στη φυσιολογική ζωή.

Πρόσβαση παντού και σε όλα

Γι’ αυτό και η κοινότητα των ανάπηρων αγωνίζεται ώστε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της προσβασιμότητας. Που σημαίνει, πρόσβαση αρχικά στην απρόσκοπτη μετακίνηση. Πρόσβαση στην εργασία και την ψυχαγωγία. Πρόσβαση στα υλικά και πνευματικά αγαθά! Πρόσβαση, άρα, στην επικοινωνία, τη συντροφικότητα και προφανώς, τον έρωτα. Ένα πολυπόθητο δώρο, που μοιάζει σαν απαγορευμένος καρπός για την πλειονότητα όσων ζουν στον αφιλόξενο πλανήτη της αναπηρίας.

Η εικόνα φαντάζει τραγική. Να διψάς ν’ απολαύσεις τα δώρα της ζωής και του έρωτα, αλλά στο φινάλε να μένεις με τη γεύση του ανεκπλήρωτου. Το κοντινό μέλλον, δυστυχώς, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια διαφυγής. Ας ενδιαφερθούμε τουλάχιστον στον κοντινό μας μικρόκοσμο, ώστε κάποιοι συνάνθρωποι να μην καταδικαστούν να ζουν στην ομηρεία ενός ισόβιου κορονοϊού. Ανάπηροι – όπως λέμε αόρατοι, αλλά ισοβίως. Ανάπηροι – όπως λέμε αόρατοι, αλλά ισοβίως.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply