Αντρέας Εμπειρίκος – η διάλεξη του υπερρεαλισμού

Αντρέας Εμπειρίκος - η διάλεξη του υπερρεαλισμού

Η σουρεαλιστική μπόμπα

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βάζει φωτιά στην καλλιτεχνική Αθήνα του Μεσοπολέμου. Αντρέας Εμπειρίκος – η διάλεξη του υπερρεαλισμού.

Στις 25 Ιανουαρίου του 1935, ημέρα Παρασκευή και ώρα επτά το απόγευμα, ο Ανδρέας Εμπειρίκος δίνει στη Λέσχη Καλλιτεχνών στην Αθήνα (επί της οδού Καραγιώργη Σερβίας) μια διάλεξη που θα σημάνει την αρχή ενός παρατεταμένου κύκλου έκπληξης και δυσαρέσκειας. Μυημένος στην ψυχανάλυση και αφοσιωμένος οπαδός του υπερρεαλισμού, ο Εμπειρίκος, που έχει ζήσει τα προηγούμενα χρόνια στο Παρίσι και έχει μπει στον κύκλο του Αντρέ Μπρετόν, μιλάει με πρωτοφανή ενθουσιασμό για ένα ποιητικό κίνημα. Ένα ρεύμα που έχει ταράξει τα διεθνή ύδατα, αλλά παραμένει τελείως άγνωστο στην Ελλάδα. Αντρέας Εμπειρίκος – η διάλεξη του υπερρεαλισμού.

Ο ομιλητής είναι 34 ετών και δεν έχει βγάλει ακόμη βιβλίο. Η «Υψικάμινος», με την οποία θα κάνει το ντεμπούτο του στα ελληνικά γράμματα, θα τυπωθεί εντός του 1935. Ενώ την ίδια εποχή θα ξεκινήσει και η επαγγελματική του καριέρα στην ψυχανάλυση. Κάνοντας λόγο για τον υπερρεαλισμό, ο Εμπειρίκος θα αναφερθεί ευθύς εξαρχής σε μιαν εξαιρετικά επικίνδυνη μπόμπα. Μια μπόμπα που επιζητεί να σαρώσει (και ει δυνατόν να εξαφανίσει) με το επαναστατικό της πνεύμα. Όχι μόνο το καλλιτεχνικό αλλά και το πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο. Αντρέας Εμπειρίκος – η διάλεξη του υπερρεαλισμού

Οι υπερρεαλιστές υπερβαίνουν τον ντανταϊσμό

Για τη διάλεξη του Εμπειρίκου υπήρχαν μέχρι τώρα μόνο κάποιες πληροφορίες. Από σχετικές αναφορές του ίδιου ή του Οδυσσέα Ελύτη. Η έκδοση του κειμένου της διάλεξης από τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, που έχει γράψει και μια λίαν κατατοπιστική εισαγωγή (το χειρόγραφο βρέθηκε πρόσφατα ανάμεσα σε άλλα κατάλοιπα), αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία. Και αυτό προκειμένου να γνωρίσουμε εκ του σύνεγγυς τις θέσεις του Εμπειρίκου περί «σουρεαλισμού». Σε μια πνευματική Αθήνα η οποία αντιδρά αλλεργικά απέναντι σε οποιαδήποτε καινοτομία. Ιδίως, μετά τις λυσσώδεις επιθέσεις που θα δεχτεί η «Υψικάμινος», ο όρος «σουρεαλισμός» θα αποκτήσει σφόδρα αρνητική σημασία. Και μάλιστα θα αντικατασταθεί, κατόπιν προτροπής του Νικήτα Ράντου, από τον ακριβέστερο και δοκιμότερο σήμερα «υπερρεαλισμό».

Ο Εμπειρίκος σπεύδει να καταγράψει από τις πρώτες αράδες της ομιλίας του τις διαφορές μεταξύ Νταντά και υπερρεαλισμού. Το Νταντά πιστεύει πως η ποίηση οφείλει να πηγάζει από το ασυνείδητο και ποντάρει, υπό την καθοδήγηση του Τριστάν Τζαρά, στη δύναμη της έκπληξης και του τυχαίου. Κάπως έτσι δημιουργείται ένας εκφραστικός χείμαρρος, που βιάζεται να αποτινάξει κάθε ακαδημαϊσμό και κάθε κανόνα. Παράλληλα, δεν διαθέτει την οργανωτική βούληση και την οραματική καθαρότητα του υπερρεαλισμού. Το Νταντά είναι μια σπουδαία ανταρσία, αλλά δεν έχει τα μέσα και τον τρόπο για να κάνει αποτελεσματική τη δράση του. Μοιάζει περισσότερο με ένα «πάθος» και μια «πεποίθηση». Με μια χειρονομία η οποία θα μείνει στα μισά του δρόμου λόγω της αοριστίας της και της έλλειψης ενός όντως επαναστατικού προσανατολισμού. Αντρέας Εμπειρίκος – η διάλεξη του υπερρεαλισμού

Από το Νταντά στον Υπερρεαλισμό

Στη χαλαρότητα και την αμηχανία του Νταντά ο υπερρεαλισμός θα αντιτάξει τον «οργανικό» του χαρακτήρα: τη θεμελιώδη άρνησή του να φτιάξει προμελετημένες παραστάσεις, την ακλόνητη πίστη του στην αποκάλυψη της εσωτερικής ροής της συνείδησης, καθώς και την προσήλωσή του στις ικανότητες του «ψυχικού αυτοματισμού», που θα δαμάσει το τέρας του ορθολογισμού και των άτεγκτων συνεπαγωγών του μέσω των υψηλών συνειρμών και της απελευθερωτικής λειτουργίας του ονείρου.

Ο υπερρεαλισμός θα στείλει έτσι περίπατο όλα τα αυτονόητα και τις συμβάσεις. Με άλλα λόγια, θα περιέλθει σε μια κατάσταση εκστατικής αφαίρεσης. θα γεμίσει με τεράστια ενέργεια την ποιητική λέξη. Θα μετατρέψει το περιεχόμενό της σε ένα διαρκές, ακατάλυτο γίγνεσθαι. Κατά συνέπεια, η ποίηση θα κατέβει από το θεϊκό βάθρο στο οποίο την τοποθέτησαν ο ρομαντισμός και ο συμβολισμός. Επομένως θα γίνει ένα με τη ζωή, σ’ ένα πεδίο όπου εκ των πραγμάτων θα ενώσει τη φωνή της με τον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό. Συνοψίζοντας θα συνασπιστεί με την επανάσταση και στο πολιτικό ή το κοινωνικό επίπεδο.

Ανεξάρτητα από το πόσο εκτεταμένα θα εφαρμόσει στην ποίησή του τέτοιες αρχές, ο Εμπειρίκος αναδεικνύεται στη διάλεξή του για τον υπερρεαλισμό σε έναν ανυποχώρητο υπερασπιστή της υπερρεαλιστικής ορθοδοξίας. Παραπέμποντας ακούραστα στα δύο μανιφέστα του Μπρετόν (του 1924 και του 1929) και μνημονεύοντας τα ιερά ονόματα του Αρτώ, του Σουπώ, του Νταλί, του Βιτράκ, του Αραγκόν και του Ελυάρ, ο Εμπειρίκος πολιτογραφείται με τη διάλεξή του ως ο κεντρικός εισηγητής και θεωρητικός του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Ακόμη κι αν πρέπει κάποια στιγμή να πάρει αποστάσεις, όπως προσφυώς σημειώνει στην εισαγωγή του ο Γιατρομανωλάκης, από τη σύμπλευση των υπερρεαλιστών με τους κομμουνιστές. Κυρίως επειδή αυτοί τον τρομάζουν με τη σιδερένια κομματική τους πειθαρχία.

Αντρέας Εμπειρίκος - η διάλεξη του υπερρεαλισμού

Ο θρίαμβος του έρωτα

Μαζί με τη διάλεξη για τον υπερρεαλισμό οι εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν μια σημαντική επανέκδοση. Πρόκειται για το έργο του Εμπειρίκου «Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης». Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1998 με επιμέλεια και επίμετρο του Γ. Γιατρομανωλάκη. Γράφτηκε μεταξύ 1944 και 1945 και αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας «Τα Χαϊμαλιά του Ερωτα και των Αρμάτων». Το πρώτο μέρος είναι η γνωστή «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου» και το τρίτο είναι η ανέκδοτη «Βεατρίκη ή Ενας έρωτας του Buffalo Bill». Με θηριώδη ορμή, ασυγκράτητο κέφι και ξεχωριστό χιούμορ, ο Εμπειρίκος ανεβάζει στα ουράνια τον έρωτα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον καλεί σ’ ένα ξέφρενο πανηγύρι αισθήσεων και αισθημάτων.  Μία υπέρβαση από μια σαφώς φαλλοκρατική ψυχαναλυτική σκοπιά. Το κύριο, ωστόσο, βάρος του κειμένου βρίσκεται αλλού: στο τι κάνει ο καλλιτέχνης με τον έρωτα στη δουλειά.

πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος – Περί Σουρρεαλισμού | Η διάλεξη του 1935 > Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης | επιμέλεια-επίμετρο: Γιώργης Γιατρομανωλάκης | εκδόσεις Αγρα, σ. 69

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply

Contact Us