Ασθενικός και μαμόθρεφτος μία ζωή

Ασθενικός και μαμόθρεφτος μία ζωή

Ασθενικός και μαμόθρεφτος μία ζωή Ασθενικός και μαμόθρεφτος, μία ζωή

Ασθενικός και μαμόθρεφτος, μία ζωή. Επειδή μικρό μ’ έκανες και κομματάκι μη μου άπτου, έπρεπε και εγώ κάποτε να ξεπεράσω τον τοίχο. Που αυτό σήμαινε πως έπρεπε να διαλέξω ποια επιτέλους ομάδα πιστεύω. Όπως και οι υπόλοιποι πιτσιρικάδες της ηλικίας μου. Εκτός από ποδόσφαιρο, βλέπεις, άλλη διαφυγή δεν ξέραμε. Ιδίως, όσοι δεν γνώριζαν πολυτέλειες και χαρτζιλίκια.

Ζορίστηκα, λοιπόν, με τούτη την καταναγκαστική επιλογή. Οι υπόλοιποι ήταν συνήθως κάπου ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό. Οπότε, για αντίδραση περισσότερο, εγώ διάλεξα ΑΕΚ. Ήταν, βλέπεις, και ο αγαπημένος μου ξάδελφος. Κατά τα λοιπά, ούτε που το παρακολουθούσα το έργο, ούτε ποτέ θυμάμαι τον εαυτό μου να πωρώνομαι. Όπως, δηλαδή, έκαναν οι υπόλοιποι φυσιολογικοί, υποτίθεται, συνομήλικοι, με την ομάδα και τους αγαπημένους τους ποδοσφαιριστές. Όσο για φωνές, κασκόλ, κλωτσομπουνιές με τους αντίπαλους και άλλα ευγενή αθλήματα, ούτε κουβέντα. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα – αν έπρεπε ντε και καλά να μπω στο πετσί αυτού του ρόλου – το έκανα με μισή καρδιά. Και περισσότερο, μπας και γλιτώσω τη ρετσινιά του εξωγήινου. Κυρίως αυτό.

Από την άλλη, συνήθως κατέβαινα με τον αδελφό μου στην αλάνα του Αγίου Διονυσίου. Όχι τίποτε σοβαρές επιδόσεις, μη φανταστείς. Έτσι για κανά μπακότερμα. Συνήθως, δε, απέφευγα να παίζω σε πλήρη ομάδα, με την υπόλοιπη τσετία, γιατί ήξερα πως ήμουν ο χειρότερος μπαλαδόρος. Γι’ αυτό και εγώ διάλεγα στάνταρ να παίζω τερματοφύλακας. Και όπως υποπτεύεσαι, εννιά στις δέκα, έτρωγα ένα σωρό γκολ. Για να μην πω, βέβαια, για τα μπινελίκια που αναγκαζόμουν να ακούω από τα φτωχόπαιδα που ζούσαν σε κάτι χαμοκέλες. Οπότε, ή αναγκαζόμουν να τους υπομένω με κατεβασμένο το κεφάλι ή πιεζόμουν να βρίζω μετά βίας και εγώ.

Και ποιος τάχατες; Ο γιος ενός θεολόγου, που πρώτα πήγα στο κατηχητικό και μετά έμαθα τις παιδικές κρέμες… Ήταν όμως, όπως θα έλεγαν και οι ειδικοί, κάτι σαν μία ενστικτώδης προσπάθεια να υπάρχω και να επιβιώνω κι εγώ, μέσα στα όρια μίας ομάδας. Με τους όρους που αυτή ορίζει και όχι ανάλογα με το κουστούμι που εγώ φορούσα.

Ίσως αυτός, φαίνεται, να ήταν και ο λόγος, που ποτέ μου δεν συμφιλιώθηκα με το ανδροπρεπές άθλημα του ποδοσφαίρου, και μάλλον γι’ αυτό, ένιωθα απέραντη μελαγχολία, κάθε απόγευμα Κυριακής.
Δεν ήταν, απ’ ό,τι διαισθάνομαι, που την επόμενη, πρωί πρωί, θα άρχιζε ξανά το μαρτύριο του σχολείου και θα μου ‘ρχόταν και πάλι αυτό το συναίσθημα της πρωινής ναυτίας. Η αποστροφή για ένα σύστημα που συνθλίβει την παιδική ιδιαιτερότητα και αγνοεί την έμφυτη ανάγκη για γνώση και περιέργεια να εξερευνήσεις τον κόσμο.

Ήταν περισσότερο – και είμαι σίγουρος τώρα, καθώς κοιτώ τον χρόνο ανάδρομα – πως κάπου εκεί, κατά το βραδάκι της Κυριακής, θα άκουγα το τηλεοπτικό σήμα της Αθλητικής Κυριακής και θα ένιωθα και πάλι τη μοναξιά της μειονότητας. Το στίγμα του γραφικού.  Την ετικέτα πως ζεις απομονωμένος σ’ έναν κόσμο μη αναγνωρίσιμο.

Γιάννης Δημογιάννης
σχετικοί σύνδεσμοι: Ο διάβολος τελικά είχε πολλά ποδάρια
Ουμπέρτο Έκο – Ας μεταμφιεστούμε σε άνθη και οι μέλισσες θα έρθουν.
Βιβλία: Το τανκ των βιβλίων ενός τρελού Αργεντίνου – το ισχυρότερο μαζικό… όπλο
https://t53vorini-gr.blogspot.com/2018/02/102.html
https://www.newspepper.gr/kryfto-voli-ke-makria-gaidoura-retro-fotografies-apo-pedika-pechnidia-mias-allis-epochis/
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply