Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωή

Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωή

18 Φλεβάρη και εισέρχομαι στο δεύτερο μισό του αιώνα μου. Λες και κλείνω μία μεγάλη παρένθεση και αρχίζω μία νέα. Ξεκινώντας από το πρώτο μάθημα του σχολείου, για την ακρίβεια. Ξαναδιαβάζοντας τα σημάδια. Αρχίζοντας εκ νέου να συλλαβίζω τις λέξεις. Διορθώνοντας τις ανορθογραφίες. Αναγνωρίζοντας τα κρυμμένα, τα θολά σημεία. Στους κώδικες του μυαλού. Στον παλμό της καρδιάς. Σ’ ένα σώμα που ζητά να κουρδιστεί και πάλι. Να ζήσει και να απολαύσει. Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωή.

50 και 1, λοιπόν.

Η δυσοίωνη σκέψη παραμένει στην ψυχή και με παιδεύει. Γιατί, αν με πολιορκεί κάτι επίμονα, τον τελευταίο καιρό, είναι κυρίως το γεγονός ότι οι κόκκοι του χρόνου γλιστρούν ανεπίστρεπτα, στην κλεψύδρα. Όπως ακριβώς περιγράφει και ο Αλεξανδρινός… “κεριά, οι μέρες οι περασμένες “… Κοιτάζω πίσω μου και μετρώ πάνω από 1/5 δισεκατομμύριο σβησμένα κεριά. Κεριά που τα περισσότερα έχουν πια λιώσει. Μαζί με κομμάτια του εαυτού μου. Μία ζωή που κάηκε ίσως και κατά λάθος. Μία ζωή που την έχασα σε λαβύρινθους, που δύσκολα βρίσκεις το μίτο της επιστροφής. Μαζί με όλα όσα παρανόησα. Διαστρέβλωσα. Αστόχησα. Έχασα. Στερήθηκα. Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωή.

Δεν υπάρχει επομένως κανένα περιθώριο να κάνω τα στραβά μάτια. Στο πρόσφατο διάστημα, η αίσθηση του θανάτου άπλωσε ένα περίεργο δίχτυ, στην ψυχή μου. Κάποιοι που με γνωρίζουν καλύτερα, το είχαν διαισθανθεί. Από το τελευταίο καλοκαίρι κιόλας είχα παραιτηθεί από την προσωπική μου μάχη. Εγκατέλειψα το σώμα μου και κάθε προσπάθεια να επιβιώσει. Κουράστηκα να παλεύω. Λύγισα. Παραδόθηκα. Έφτασα στο σημείο να νιώθω πως το ταξίδι στη Φλώρινα, για το μεταπτυχιακό μου μπορεί να ήταν και το τελευταίο. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να ήταν. Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωή.

Το τελευταίο σενάριο 

Από ό,τι φάνηκε όμως, η ζωή έστριψε ανάστροφα το τιμόνι. Με έβγαλε από την καταδίκη της απομόνωσης. Εισάκουσε την κραυγή, την αγωνία της ψυχής. Και τότε, έδωσε μορφή στη σιωπή. Σάρκωσε την αγάπη. Άνοιξε καινούργιο τεφτέρι. Και το σημαντικότερο; Μου θύμισε τελικά πώς είναι να ζεις σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Τι σημαίνει, καλύτερα, να ζεις εκείνο το σενάριο, που δικαιούται να ζήσει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος.

Έκτοτε, ο τροχός γύρισε και από τότε, ακουμπάω ξανά, ένα προς ένα, τα θραύσματα. Γιατί τελικά, είναι ωραίο να νιώθεις στο μισό ενός αιώνα πως αρχίζεις και πάλι το σχολείο.

Το σκηνικό δεν έχει, βέβαια, αλλάξει, για να είμαι ειλικρινής. Κάθε στιγμή αισθάνομαι την ανάσα του τέλους. Και τότε με παγώνει και μόνο η σκέψη πως κάποια στιγμή θα τελειώσει η παρένθεση. Πως κάποιο δευτερόλεπτο θα κλείσει, ίσως και απροειδοποίητα, ο διακόπτης. Οριστικά. Αμετάκλητα. Δίχως την ευκαιρία εναλλακτικής επιλογής. Έχοντας πια χάσει την ευκαιρία, ακόμη και να κάνεις ένα κάρο λάθη. Αρκεί τουλάχιστον να τα κάνεις. Να τα δεις ή όχι. Να τα καταλάβεις ή όχι. Να τα αναστοχαστείς ή όχι. Να τα διορθώσεις ή όχι. Αλλά σίγουρα να ζήσεις όλες αυτές τις εκδοχές. Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωή.

Αυτό το ανυπέρβλητο σενάριο σχεδόν με παραλύει. Με παγώνει η βεβαιότητα ετούτη. Και  περισσότερο με παγώνει, γιατί κατά βάθος παραμένω αθεράπευτα προσηλωμένος σε ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ζωή.

Για μένα, η ζωή είναι μοναδική, ακόμη και στην χειρότερη εκδοχή της. Προτιμώ να ανασαίνω, κι ας ζω τη μετριότητα. Προτιμώ να ξημερώνει η μέρα, κι ας κάνω τα ίδια πράγματα. Ακόμη κι αν η ζωή μου αποδειχθεί πως δεν είναι συναρπαστική. Ακόμη κι αν δεν έχω καταφέρει να διδαχθώ από τα λάθη μου.

Αρκεί να βλέπω ξανά και ξανά την πλήξη των σύννεφων. Αρκεί να ακούω την καλημέρα της αγαπημένης μου. Να γεύομαι ένα δικό μου φαγητό, κι ας είναι μέτριο ή και καλομαγειρεμένο. Κι ας μένω όλη μέρα σ’ ένα σπίτι, αρκεί που ανασαίνω. Αρκεί που σκέφτομαι, ακόμη κι αν κάνω τις πιο ανορθόγραφες σκέψεις. Ακόμη κι αν στην τελική ανάλυση προκύψει πως μου λείπουν τόσα πολλά πράγματα.

Ακόμη και στην περίπτωση που το σώμα μου πονά αδιάκοπα. Που νιώθει μία αξεπέραστη, ισόβια πολιορκία.

Φτάνει που η καρδιά κτυπά. Τα χέρια γράφουν. Τα πόδια υπάρχουν. Η γλώσσα γεύεται. Τα χείλια φιλούν.

Γιατί μπορεί να ζω με ένα καροτσάκι, αλλά εντούτοις συνεχίζω να ελπίζω. Να επιμένω. Να προσπαθώ. Να πιστεύω. Να χάνω. Να ηττώμαι. Να θλίβομαι. Κι ας μην ταξιδέψω ποτέ, αρκεί που κοιμάμαι κι ονειρεύομαι.

Μου φτάνει και μόνο που ζω. Και αυτό δεν το αλλάζω με τίποτε.

Γιάννης Δημογιάννης

Βλέπω το θάνατο, αλλά διαλέγω Ζωήσχετικοί σύνδεσμοι:

Η ανάβαση μου – μόνη και τελευταία

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply