Related image

Όσο και να διατείνομαι πως είμαι εξοικειωμένος με τις “τριτοκοσμικές”, υποτίθεται, συνθήκες κάτω από τις οποίες εξαναγκάζονται παρά τη θέλησή τους να ζουν οι Έλληνες ανάπηροι, μάλλον αδικώ – και πολύ χοντρά μάλιστα – τον τρίτο κόσμο. Από την άλλη, βέβαια, ποιος ξέρει ποια άμυνα μπορεί άθελά του να σκαρφίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος, προκειμένου να αυθυποβάλλεται (κοινώς να παραμυθιάζεται) πως υπάρχουν, βρε αδελφέ, και χειρότερες καταστάσεις από αυτές που μπορεί να αντιμετωπίζει σαν πολίτης μίας αναπτυγμένης, υποτίθεται, χώρας – εδώ γελάστε, παρακαλώ, φωναχτά.
Καθώς φαίνεται, το πρόσφατο σοκ που βίωσα με την επικίνδυνη και σίγουρα αναξιοπρεπή μετακίνησή μου σαν πραγματικό μπαούλο αμαξοστοιχίας του 18ου αιώνα, ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί. Και πώς θα μπορούσε να παραμεριστεί αδιάφορα, δίχως ν’ αφήσει μία πίκρα, έστω. Πώς θα μπορούσες, εξάλλου, να σφυρίζεις και πάλι αδιάφορα, όταν καθημερινά γνωρίζεις πως η Ελληνική κοινωνία σε αντιμετωπίζει σαν ανεπιθύμητο βάρος, που δεν έχει μάλιστα το δικαίωμα να απολαύσει τα πλέον αυτονόητα. Η εικόνα αποτελεί πάντα τον αδιάψευστο μάρτυρα.
Το χειρότερο όμως και ίσως το πιο βασανιστικό είναι να γνωρίζεις πως την επόμενη φορά που θα αποτολμήσεις να διεκδικήσεις μία έξοδο, για να απολαύσεις π.χ έναν κινηματογράφο ή μία θεατρική παράσταση, θα είναι ακόμη μεγαλύτερο το φορτίο των αναστολών, ώστε τελικά να μην καν το αποτολμήσεις, αφού ξέρεις εκ των προτέρων πόσο επώδυνο, επικίνδυνο και ταπεινωτικό είναι αυτό το τόλμημα. Γιατί την επόμενη φορά ξέρεις, ή μάλλον είσαι απόλυτα πεπεισμένος, πως δύσκολα θα βρεις ξανά το θάρρος ή καλύτερα το θράσος, για να διεκδικήσεις το αυτονόητο. Ένα αυτονόητο που κατάντησε σκιάχτρο καλοκαιρινής νύχτας…
Λίγο πολύ, αυτό ήταν το πικρό καταστάλαγμα από την πρόσφατη απόπειρά μου να δω τη θεατρική παράσταση “Δον Κιχώτης”, στο υπερσύγχρονο Συνεδριακό κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών. Γιατί, αν σε ένα τέτοιο σύγχρονο, υποτίθεται, κτίριο συνειδητοποιείς πως δεν έχεις θέση ή κάποιο ρόλο ύπαρξης σαν ανάπηρος, τότε με ποια ελπίδα θα πρέπει να διεκδικήσεις μία καλύτερη τύχη, σε μέρη της πόλης, κατά  πολύ πιο απρόσιτα και μη φιλικά. Σε σημεία δηλαδή που γνωρίζεις εκ των προτέρων πως δε θα έχεις την παραμικρή τύχη ή έστω πιθανότητα να ικανοποιήσεις στοιχειώδεις ανθρώπινες επιθυμίες, όπως ένα καλλιτεχνικό δρώμενο, που τόσο ενδιαφέρεσαι να παρακολουθήσεις. Οπότε, κουβαλώντας άλλη μία διάψευση, υποτροπιάζεις επικίνδυνα στην ιδέα να εγκλωβιστείς και πάλι σε μία προβλέψιμη κατάληξη: να μην μείνεις στο σπίτι σου, ρουφώντας το αυγουλάκι σου.
Related image

Και κάπου εδώ, έρχεται το αναπάντεχο σοκ, αφού προηγουμένως έχεις επιστρέψει Δευτεριάτικα – μετά από μία ακόμη επίσκεψη στο οικείο φιλόξενο περιβάλλον του Νοσοκομείου (τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει το προνόμιο μίας αφαλούς μετακίνησης, συγκριτικά με το ασπροσπέλαστο αστικό περιβάλλον – οποία ειρωνεία).

Φτάνοντας λοιπόν στο σπίτι σου κατάκοπος μετά από μία επαναλαμβανόμενη Νοσοκομειακή ρουτίνα, σερφάρεις ανυποψίαστος στον υπολογιστή και τότε πέφτεις άθελά σου στο μέχρι χθες αδιανόητο θέαμα – ίσως και στην πιο καλπάζουσα φαντασία. Εκεί, δηλαδή, που ξέρεις πως οι ανάπηροι είναι εξόριστοι και με τη βούλα από όλα σχεδόν τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας, η οποία γαλούχησε τον κόσμο με πολιτισμό, όταν αυτός έτρωγε βελανίδια… βλέπεις το άκρον άωτο.
Κι όμως συμβαίνει – ρε φίλε συμβαίνει – και δε χρειάζεται καν να τρίψεις τα μάτια σου, γιατί απλά είναι πέρα για πέρα αληθινό. Τόσο αληθινό, που αναρωτιέσαι για άλλη μία φορά τι άραγε επιμένεις να προσδοκάς σε τούτον τον καταραμένο τόπο. Είναι η ώρα που βλέπεις έκπληκτος, αυτό που και εσύ διαπιστώνεις στις πλαϊνές φωτογραφίες: πως στο Περού – άκουσον ρε τι ζούμε – το πλέον απρόσιτο μνημείο του κόσμου, το περιβόητο Machu Picchu, ο χώρος είναι πλέον απόλυτα προσβάσιμος σε άτομα με κινητικές αναπηρίες (όπως και άλλες ομάδες, όπως γέροντες κ.τ.λ).

Με άλλα λόγια, ενώ όλοι εμείς οι ΑΜΕΑ – απόγονοι του Μεγαλέξανδρου, ντε – δεν αποτολμούμε καν να βγούμε έξω από το σπίτι μας, απεναντίας στο μακρινό Περού, οι  απόγονοι των Ίνκας προσφέρουν στους επισκέπτες του υπερκόσμιου  μνημείου της Ανθρωπότητας, όνειρα ζωής, χωρίς βέβαια να αποκλείουν και όσους κινούνται με καροτσάκια.
Και αυτόματα νιώθεις για άλλη μία φορά απογοητευμένος που ζεις τόσο, μα τόσο μακριά. Που δεν είσαι και εσύ εκεί, για να να λυτρωθούν τα μάτια σου, στο θέαμα αυτών των υπερκόσμιων εικόνων. Που δεν είσαι εκεί, στην κορυφή της πιο φευγάτης φαντασίας, για να χαρείς και πάλι σαν μικρό παιδί μία γαμο-εκδρομή. Που στερείσαι αυτό το πλατύ χαμόγελο της αγαλλίασης και της ψυχικής ανάτασης. Που συνειδητοποιείς πως είσαι για άλλη μία μέρα και πάλι κακόκεφος. Που ξέρεις πως είσαι πρόθυμος με την πρώτη ευκαιρία να ξεφορτώσεις άλλο ένα παπόρι από μπινελίκια, όταν δε θα βρίσκεις ξανά ούτε καν μία αναπηρική θέση parking. Που γνωρίζεις πως θα πρέπει ακόμη και στο φαρμακείο να σταθείς στην είσοδο, γιατί μέχρι και εκεί είσαι παρείσακτος.
Image result for machu picchu wheelchair
Και εσύ βλέπεις τις φωτογραφίες από το μακρινό Περού. Χαίρεσαι σαν μικρό παιδί με τους συναδέλφους σου, που μπορεί και να έχουν κατουρηθεί από τη χαρά τους, κουνάς το κεφάλι, και απλά ανακαλείς τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου από το “Εικονοστάσι ανώνυμων αγίων”:
“Τα πιο πικρά, τα πιο βασανισμένα, – να θέλεις, να θέλεις και να μην ξέρεις τι θέλεις, κι οι μεγάλοι να λένε μη αυτό, μη εκείνο”, κι η θάλασσα να ‘ναι απέραντη και να μην μπορείς να την πάρεις, και να περνάνε τα βαπόρια μακριά δίχως ν’ αράζουν στο νησί μας αφήνοντας μία τούφα λυπημένο καπνό πέρα στο λιόγερμα σαν τον καπνό της Ιθάκης που σε κάνει να μαντεύεις το μακρινό, το αμέτρητο, το άπιαστο, τη στιγμή που εσύ όλα τα θέλεις να τα πιάσεις με τα δάκτυλά σου, να τα μετράς στα δέκα δάκτυλά σου κι αυτό το 10 να ‘ναι το Άριστα με κόκκινο μελάνι όχι στα δικά σου τετράδια.” (Παιδικά χρόνια)

Image result for machu picchu wheelchair
όλες οι φωτογραφίες είναι από το
ταξιδιωτικό γραφείο του Περού
www.inkawheelchairstours.com
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply