18 Φλεβάρη 2019 και κάτι… ψηλά

Σημαδιακά αυτά τα γενέθλια. Έχω καβαντζάρει, βλέπεις, πια τα 50. Που σημαίνει πως μετρώ πλέον μισό αιώνα, στις πλάτες μου ή καλύτερα, πάνω στο κορμί μου. Μισός αιώνας μετέωρης ζωής, ειδάλλως μισός αιώνας πιο κοντά στο θάνατο.

Μετέωρο το βήμα του πελαργού, ανελέητος ο χρόνος και η φθορά του. Εξαρτάται από ποια όψη θα δεις το ίδιο πάντα νόμισμα. Γυρνάς το κέρμα της ζωής και αυτόματα γίνεται το διόδιο, που θα δώσεις στο βαρκάρη, για να σε περάσει στην άλλη όχθη. Εκεί που δε θα ‘χει πια γυρισμό. Φαντάζει ανελέητο, αλλά τουλάχιστον παρηγοριέσαι με το αυτονόητο: “κανείς δεν ξέφυγε από αυτή τη μοίρα, οπότε ποιος είσαι εσύ που θα ξεφύγεις; Μπαίνεις απλά στο ποτάμι και όπου σε βγάλει!”

Τα νούμερα της 50χρονης περιπλάνησης φαντάζουν ιλιγγιώδη, για τον μικρόκοσμό μου.

Μαζεύω τους αριθμούς και η σούμα βγάζει ένα αστρονομικό αποτέλεσμα. 50 χρόνια x 12 μήνες x 30 μέρες x 24 ώρες x 60 λεπτά x 60 δευτερόλεπτα = 1.555.200.000 δευτερόλεπτα ζωής. Αν βέβαια δεν ξέχασα κάτι στη σούμα… Ένα ταξίδι στο διάστημα, που άρχισε εκεί κοντά στο μεσοπόλεμο.

Υπεύθυνοι αυτής της χρονοκάψουλας, οι δύο χαμογελαστοί νέοι της παραπάνω ασπρόμαυρης φωτογραφίας. Ο Γιώργος και η Ευτυχία, στα νιάτα τους.

Η ιστορία μάς λέει πως ονειρεύτηκαν όσο τίποτε άλλο να κάνουν οικογένεια. Και περισσότερο από κάθε τι άλλο, πόθησαν να γεννήσουν παιδιά. Πλην όμως, ιδίως το πρώτο παιδί, περιέργως δεν τούς έκανε τη χάρη – υπακούοντας, μάλλον, στους δικούς του αλλοπρόσαλλους νόμους.

Το φαινόμενο αυτής της επίμονης καθυστέρησης φάνταζε δυσερμήνευτο για τα δεδομένα εκείνης της μακρινής εποχής. Ακόμη και σε όσους γιατρούς απευθύνθηκαν τότε ο Γιώργος και η Ευτυχία. Είναι που χρειάστηκαν, φαίνεται, να περάσουν  μετά το γάμο,10 ολάκερα χρόνια, μέχρις ότου οι δεήσεις τους να πιάσουν τόπο και να καρπίσουν. 10 βασανιστικά, σχεδόν ατελείωτα χρόνια.

Σε πόσους γιατρούς δεν είχαν απευθυνθεί, για να απαντήσουν στο γρίφο. Σε ποιους Ουρανούς δεν προσευχήθηκαν. Πόσα δάκρυα προσμονής δεν πρόσφεραν σαν εξιλέωση. Και η απάντηση ηχούσε πάντοτε απαράλλαχτη και αινιγματική: “δε συντρέχει κανένας ιατρικός ή βιολογικός λόγος, που μπορεί να σας στερήσει τη χαρά της γέννησης”. Περίπου, λες και το πλάσμα τους να καθυστερούσε τον ερχομό του στον πλανήτη της αφασίας. Λες και μάζευε αστρική σκόνη, πριν προσγειωθεί στο μικροσύμπαν της φθοράς.

Κι όμως ήρθε, όταν αυτό το θέλησε. Όταν αυτό αποφάσισε πως μπορούσε να ξεκινήσει την αντίστροφη πορεία του. Γιατί αυτό φοβόμουν κατά βάθος. Γι’ αυτό και καθυστερούσα τον ερχομό, με κάθε τρόπο ή τέχνασμα… Ήξερα πως αυτό που θα έδινε χαρά, νόημα και ζωή, στο Γιώργο και την Ευτυχία, θα μου στερούσε ταυτόχρονα τη δική μου. Ο νόμος της αντίστροφης κλεψύδρας. Γεννιέσαι και η κλεψύδρα γυρνά αμετάκλητα, δίχως καν μία δεύτερη ευκαιρία. Όπως συμβαίνει σε όλα τα υπόλοιπα πράγματα ενός μάταιου κόσμου – τα μικρά και τα μεγάλα. Εκτός, βέβαια, από το συμβόλαιο που υπόγραψα, άθελά μου, με τον ερχομό. Αυτό, κατά βάθος, προσπαθούσα και εγώ ν’ αναβάλλω ή έστω να καθυστερήσω. Κάτι με ειδοποιούσε πως η συνέχεια μπορεί και να ήταν πολύ ζόρικη, όπως και αποδείχθηκε στη διαδρομή.

Ο αριθμός πάντως δεν αλλάζει, με όσους τρόπους κι αν τον υπολογίσω. Παραμένουν και πάλι τα 1.550.200.000 δευτερόλεπτα ζωής, δίχως δικαίωμα επιστροφής. Αρκεί λοιπόν να τα διαβάσω διαφορετικά – η μόνη ενδιαφέρουσα διαφυγή… Γιατί, αν τα μετατρέψω σε χιλιόμετρα, θα ταξιδέψω στα ωραιότερα σημεία του πλανήτη. Αν τα κάνω ευκαιρίες, θα λύσω τα προβλήματα χιλιάδων. Αν τα κάνω βιβλία, θα απαντούσα στη ματαιότητα. Αν τα έκανα τελικά σπόρους αγάπης, θα ομόρφυνα σίγουρα πολλούς κήπους.

Το θέμα είναι ότι αγνοώ, κατά βάθος, τι ακολουθεί στη συνέχεια. Αλλά πάνω απ’ όλα, πότε θα σημάνει εκείνο το ένα και μοναδικό δευτερόλεπτο, που η καρδιά μου θα πάψει να χτυπά, τουλάχιστον εδώ. Αρκεί που ξέρω στα σίγουρα πως θα υποστώ και εγώ, όπως και αναρίθμητοι άλλοι, την ίδια άδικη και σκληρή ανθρώπινη μοίρα. Γιατί κάθε δευτερόλεπτο που θα ακολουθήσει, θα είναι ένα αμετάκλητο βήμα, δίχως επιστροφή. Διαφορετικά, μία ανεπανάληπτη ευκαιρία να ζήσω το θαύμα που μου προσφέρθηκε. Γνωρίζοντας πιθανότατα πως τα στερνά θα είναι μάλλον και τα πιο ζόρικα – και καταλαβαίνετε πολύ καλά, τι εννοώ…

Σε ετούτη πάντως τη ρωγμή του χρόνου. Σε αυτό το μετέωρο βήμα, δεν μου περισσεύει κάτι άλλο, παρά να καταφύγω στο αυτονόητο, το προφανές: την αγάπη σας. Είναι, εξάλλου, το μόνο παυσίπονο, που – όπως θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός – “κάνει κάπως ν’ αντέχεται η πληγή”.

Και καταλήγω. Στα 50κοστά μου γενέθλια κρατώ ανάμεσα στα τόσα δώρα που στείλατε, τη σπάνια ευχή μίας φίλης, ανάμεσα στους τόσους συνοδοιπόρους, που άνοιξαν ξανά τον αερόσακο της Αγάπης τους, για να προφυλαχτώ για άλλη μία φορά από τις καραμπόλες που έρχονται: ¨Καλόχρονος κι απίκραντος Γιάννη!”

Ο κόσμος μας προχωρά πάντα, αποκλειστικά, αλλά και χάρη στην πίστη και στο όραμα κάποιων πεισματάρηδων, αμετανόητων ονειροπόλων, οι οποίοι πίστεψαν αταλάντευτα στη μόνη αξία: τον άνθρωπο. Αυτή είναι και η μοίρα που, εν αγνοία μου, υπέγραψα πριν από 50 χρόνια, όταν εισήλθα στο βασίλειο της λήθης. Γιατί, εφόσον η μοίρα των ανθρώπων φαντάζει σκληρή, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος διαφυγής, παρά να αφιερώσεις το χρόνο που σου περισσεύει στη δράση και μόνο στη δράση. Πάντοτε προς όφελος όσων το έχουν ανάγκη!

Στον επίλογο αυτής της γραφής, δεν έχω επομένως να κάνω τίποτε άλλο, παρά να γονατίσω μπροστά στη φωτογραφία αυτών των 2 νέων. Του Γιώργου και της Ευτυχίας. Και μιας και η ζωή το θέλησε, ο Γιώργης να φύγει βιαστικά πρώτος, τουλάχιστον να δεηθώ με όλη τη φλόγα της ψυχής μου, ένα μονάχα πράγμα: η 80χρονη πια Ευτυχία να χορτάσει τη γενναιοδωρία του χρόνου και της ζωής.

Share.

Leave A Reply