Γιώρ­γος Κο­ζί­ας, Πο­λε­μώ­ντας υπό σκιάν… |Πε­ρι­σπω­μέ­νη 2017

Γιώρ­γος Κο­ζί­ας, - Πο­λε­μώ­ντας υπό σκιάν…

Matre Franois (15ος αι.), λεπτομέρεια πίνακα από την «Πολιτεία του Θεού» του Ιερού Αυγουστίνου. Metnitz, Aυστρία (τέμπερα σε ξύλο)

Πρό­κει­ται για την έκτη ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του ολι­γο­γρά­φου πα­τρι­νού ποι­η­τή Γιώρ­γου Κο­ζία που πα­ρου­σιά­στη­κε στα γράμ­μα­τα με τη συλ­λο­γήΖ ω­ο­λο­γι­κός κή­πος, Στιγ­μή 1989. Πρό­κει­ται για μια συλ­λο­γή από ελε­γεί­ες και σά­τι­ρες που δεν μπο­ρεί να πε­ρά­σει απα­ρα­τή­ρη­τη στη βι­βλιο­πα­ρα­γω­γή των τε­λευ­ταί­ων χρό­νων. Για­τί πρό­κει­ται για ποί­η­ση που μας αφο­ρά κα­τορ­θω­μέ­νη με αγω­νία και κό­πο.

Ο Κο­ζί­ας σε αυ­τή τη συλ­λο­γή συ­νο­μι­λεί δυ­να­μι­κά με το πα­ρόν, διεκ­δι­κώ­ντας τη συ­νέ­χεια. Βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πος με βα­ναυ­σό­τη­τες που συν­θλί­βουν αλ­λά δεν απο­θαρ­ρύ­νε­ται για­τί πι­στεύ­ει στον άν­θρω­πο και στις δυ­να­τό­τη­τες του κι ας «ορ­μά­ει το Αδιέ­ξο­δον κι υπέ­ρο­χα μας σφά­ζει». Συ­νει­δη­το­ποιεί πως:

Εδώ που φτά­σα­με γο­να­τι­σμέ­νοι
Οι πα­σχα­λιές των κο­ρι­τσιών
Κι η με­γα­λο­ψυ­χία των Επι­τα­φί­ων δεν μας πρέ­πει.

Κά­θε ποί­η­μα απο­τε­λεί ζω­ντα­νό κύτ­τα­ρο της κοι­νω­νί­ας που απο­τέ­λε­σε την πη­γή έμπνευ­σής του. Ένα κύτ­τα­ρο που τρο­φο­δο­τεί­ται από τα βιώ­μα­τα του ποι­η­τή αλ­λά και τα βιώ­μα­τα των δί­πλα του όπως αυ­τός τα αφου­γκρά­ζε­ται. Ο ανα­γνώ­στης γί­νε­ται συ­νο­δοι­πό­ρος του ποι­η­τή στο μα­κρο­βού­τι του ποι­η­τή στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τις εξάρ­σεις της.
Ο Κο­ζί­ας μας στα­μα­τά και μας προ­βλη­μα­τί­ζει καί­ρια με τους στί­χους του. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα απο­τε­λούν οι κα­τα­λη­κτι­κοί στί­χοι στο ποί­η­μα «Απο­μει­νά­ρια σε ένα ακό­μα Βα­τερ­λώ»

            Πλη­ρώ­νου­με την Μοί­ρα για να έχει
                Απο­μει­νά­ρια σε ένα ακό­μα Βα­τερ­λώ.

Ο ποι­η­τής δεν πο­λε­μά μό­νος του. Το γε­γο­νός δε ότι συ­νει­δη­το­ποιεί ότι πο­λε­μά υπό σκιάν κα­θό­λου δεν μειώ­νει την αξία του αγώ­να του. Αφου­γκρά­ζε­ται τους γύ­ρω του, πο­ρεύ­ε­ται μα­ζί τους, βιώ­νει με ου­σια­στι­κό τρό­πο την τρα­γι­κό­τη­τα των στιγ­μών, συ­νει­δη­το­ποιώ­ντας ταυ­τό­χρο­να τις ασύλ­λη­πτες δυ­νά­μεις του αν­θρώ­που να αντι­στα­θεί. Η ποί­η­ση του απο­τε­λεί κά­λε­σμα. Κά­λε­σμα μπρο­στά σε μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που τί­πο­τα μέ­σα της δεν μπο­ρεί να κρυ­φτεί.

                Έλα να δεις μά­τια,
                Βλέ­φα­ρα, χεί­λια, κομ­μά­τια αγά­πης
                Έλα να δεις το ωμό,
                Το βί­αιο, το αβυσ­σα­λέο να ορ­γιά­ζει.
                Έλα να δεις το αί­μα να βε­λά­ζει.
                Έλα να δεις τον εξ­τρε­μι­στή ήλιο
                Τους αιώ­νες να ανα­τι­νά­ζει.
                Έλα να δεις τις μα­κρι­νές μο­να­ξιές,
                Τους ξε­χα­σμέ­νους ήρω­ες, τις φο­βε­ρές ση­μαί­ες.
για αντί­στα­ση.

Γιώρ­γος Κο­ζί­ας - Πο­λε­μώ­ντας υπό σκιάν…

Εί­ναι φυ­σι­κό να διε­ρω­τά­ται κα­νείς πως μπο­ρείς ένας λό­γος τό­σο αιχ­μη­ρός να κα­θί­στα­ται ταυ­τό­χρο­να απο­λαυ­στι­κός. Το πη­γαίο χιού­μορ και ο ρυθ­μός απο­τε­λούν τα κύ­ρια εφό­δια για το απο­τέ­λε­σμα στο οποίο φτά­νει ο Κο­ζί­ας.
Ο ρυθ­μός απο­τε­λεί ένα από τα κύ­ρια χα­ρί­σμα­τα της γρα­φής του. Πρό­κει­ται για ένα βιω­μέ­νο, θα έλε­γα, ρυθ­μό που δεν προ­κύ­πτει από την συμ­μόρ­φω­ση με συ­γκε­κρι­μέ­να μέ­τρα. Ο Κο­ζί­ας δεν εί­ναι δια­τε­θει­μέ­νος να υπο­τά­ξει τον αυ­θορ­μη­τι­σμό του για χά­ρη ενός κα­λο­σχε­δια­σμέ­νο ρυθ­μού. Αντί­θε­τα δια του ρυθ­μού εντεί­νει την αμε­σό­τη­τα και τη δρα­στι­κό­τη­τα του ποι­ή­μα­τος. Αφυ­πνί­ζει τον ανα­γνώ­στη. Τον βά­ζει σε μια διά­θε­ση αντί­στα­σης σε αυ­τό που τον συν­θλί­βει.

                Φως ανε­λέ­η­το, ατί­θα­σο σκο­τά­δι
που πας έτσι δαι­μο­νι­κό
και σπα­ρά­ζει η ελαιο­γρα­φία του Γκρέ­κο;
Στρα­βά, κου­τσά περ­νά­ει ἡ ζωή,
μία ομορ­φιά κα­τα­ρα­μέ­νη
με το αμα­ξά­κι της σε άλ­λη ζωή πη­γαί­νει.

Το χιού­μορ του ποι­η­τή ανοί­γει δρό­μους στη θέ­α­ση του κό­σμου. Τον τρο­φο­δο­τεί να αρ­θρώ­σει ένα λό­γω ζω­ντα­νό που μέ­σα του δεν κα­τα­λα­γιά­ζει η αγω­νία γι’ αυ­τό που συμ­βαί­νει.

                Στο γκέ­το των σού­περ Χρι­στια­νών στοι­χη­θεί­τε,
Κι ας λι­πο­τα­χτεί η φύ­σις…
Σκο­πεύ­σα­τε με πά­θος κα­θώς ψυ­χορ­ρα­γεί­τε
                Αυ­τό το ωραίο ρε­βόλ­βερ εί­ναι δι­κό σας
Δεν μπο­ρεί κα­νείς να σας το πά­ρει.

Στη συλ­λο­γή Πο­λε­μώ­ντας υπό σκιάν… δεν υπάρ­χει ίχνος σο­βα­ρο­φά­νειας και μεμ­ψι­μοι­ρί­ας. Αλ­λά ού­τε και διά­θε­ση επίρ­ρι­ψης ευ­θυ­νών σε ένα απρό­σω­πο σύ­στη­μα. Ο άν­θρω­πος ως ανα­πό­σπα­στο στοι­χείο ενός ζω­ντα­νού κύτ­τα­ρου που ονο­μά­ζε­ται κοι­νω­νία κα­λεί­ται να κά­νει την αυ­το­κρι­τι­κή του.

                Εν­θά­δε κεί­το­νται
                Συ­ντρίμ­μια τύ­μπα­να θριάμ­βου.
Γε­λά­ει η Λή­θη κα­λά συ­γκε­ρα­σμέ­νη…
Φί­λε τις πι­κρο­δάφ­νες μη μα­δάς, κρούε την λύ­ρα!

Τα ποι­ή­μα­τα προ­ϋ­πο­θέ­τουν ένα σχέ­διο μέ­σα στο οποίο ο ανα­γνώ­στης ανα­πνέ­ει. Αξί­ζει να στα­θεί κα­νείς στον τρό­πο με τον οποίο επι­τυγ­χά­νει τη σύν­θε­ση, αξιο­ποιώ­ντας αρ­χι­τε­κτο­νι­κά μέ­λη που εί­ναι ταυ­τό­χρο­να μέ­λη ενός κοι­νω­νι­κού ιστού υπό ανα­τί­να­ξη. Αρ­χι­τε­κτο­νι­κά μέ­λη που δεν ασπά­ζο­νται το ωραίο αλ­λά το αλη­θι­νό. Που αφή­νουν το οξύ­μω­ρο να δρά­σει και να τα ομορ­φύ­νει. Ο Κο­ζί­ας δί­νει στην πο­λι­τι­κή ποί­η­ση νέα πνοή με κα­θα­ρά προ­σω­πι­κό ύφος, κα­τα­κτη­μέ­νο με κό­πο. Αξί­ζει να δια­βα­στεί.

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply