Και η καθημερινότητα στη γραφική μας ενδοχώρα συνεχίζει τους γνώριμους κύκλους της, θυμίζοντας το σενάριο από την δημοφιλή κωμικοτραγωδία “Η μέρα της Μαρμότας”.

Σε μία χώρα που θυμίζει τα στεκάμενα νερά μίας ακύμαντης λίμνης, η ελπίδα να αναταραχθεί κάπως η επιφάνεια αποδεικνύεται τελικά μάταιη. Όπως, καλή ώρα, η επανάληψη της τηλεοπτικής σειράς “Survivor” σαν η ναυαρχίδα της απόλυτης τηλεοπτικής αποχαύνωσης, η οποία οσονούπω έρχεται, για να διασκεδάσει την αφόρητη πλήξη των υπηκόων που αδημονούν. Μαζί βεβαίως με μία σειρά από εκπομπές κατώτατης πολιτισμικής στάθμης, που ήδη έχουν στρώσει το χαλί, για να μεσουρανήσει η λαοφιλής υπερπαραγωγή.

Ανακαλώ τη σχετική ανάμνηση, πριν δύο περίπου χρόνια, ώστε να φανεί αφενός η αμετάβλητη τηλεοπτική πραγματικότητα, αφετέρου να υπογραμμιστεί η διαφορά ή καλύτερα το χάος, μεταξύ των δύο διαφορετικών πραγματικοτήτων, που εναπόκειται πλέον αποκλειστικά στο δικό μας χέρι, ποιανής το χαρτί θα αποφασίσουμε να τραβήξουμε…

“Βράδυ Κυριακής και μπροστά από την TV, για καλή μου τύχη, πέφτω πάνω στην πρώτη μετάδοση της ντοκουμενταρίστικης ταινίας “Yalom’s cure” (βλ. «Ο κήπος του Γιάλομ»), μίας περιεκτικής περιδιάβασης στη ζωή και το έργο του μεγάλου στοχαστή, που προβλήθηκε στις 22/1, από τη συχνότητα της ΕΡΤ. Το μόνο που χρειαζόμουν, ήταν να αφεθώ στη δίνη της σκέψης του, ενδίδοντας στη μαγνητική του αφήγηση. Ιδίως εφόσον γνωρίζω πως ο μεγάλος διανοητής οδεύει μάλλον προς το κλείσιμο του γήινου κύκλου του, αφήνοντας όμως πίσω του, τα αναρίθμητα πολύτιμα αντίδωρα του εμβληματικού του στοχασμού.
Και, όντως, δικαιώθηκα απολύτως με την παρακολούθηση της αυτοβιογραφικής του εκπομπής, γιατί για τα επόμενα 1:13’ απόλαυσα το σπάνιο χαρμάνι της χαρισματικής του προσωπικότητας: μειλίχιος και αδρός, ο ψυχοθεραπευτής ιστορούσε λέξη προς λέξη – με βιωμένη, θα έλεγα, ενσυναίσθηση και σεμνότητα – την πεμπτουσία της ανθρώπινης Οδύσσειας. Ογδόντα τουλάχιστον χρόνια αδιάκοπης καταβύθισης στο πιο δυσερμήνευτο ερώτημα: «Ποιος ο σκοπός της ζωής, και ποια, εν τέλει, τα εμπόδια που ορθώνονται στο μυστηριακό διάπλου, προς την ολοκλήρωση και την ευδαιμονία. Στον επίλογο της ταινίας, ο Yalom ανέφερε – διόλου τυχαία, εικάζω – την κρίσιμη αλληγορία: «στην αρχαία Ελληνική μυθολογία, ο Θάνατος και ο ύπνος ήταν αδέλφια…» Και εγώ παρέμεινα σε τούτη την απόστροφο μετέωρος, ν’ αναρωτιέμαι σε ποιες υπνώσεις ενδίδουμε καθημερινά.

Κάπου εκεί, θα έκλεινα αισίως την TV, διατηρώντας κάποια, αμυδρά έστω, αρώματα από τον Κήπο του Yalom, αλλά για κακή μου τύχη, το δάκτυλό, αντί για το κουμπί off, πάτησε τη συχνότητα του επουράνιου καναλιού… Και τότε, το απρόσμενο λάθος ήταν σαν να με καταβαράθρωσε, από την Πίνδο, στο ναδίρ του αρχιπελάγους των Αντικυθήρων, με μία ταινία του συρμού. Πλην, όμως, τούτη η καταβύθιση αποδείχθηκε ωφέλιμη, ώστε να σκανάρω το αποτύπωμα του glamorous project, που συνέλαβε και εκτέλεσε με μαεστρία, ο φιλόδοξος εφοπλιστής. Εν προκειμένω, βέβαια, δεν με απασχόλησε ο πασίδηλος δεξιόστροφος προσανατολισμός του καναλιού, ούτε καν η δεδηλωμένη απέχθεια του επιλεγμένου δημοσιογραφικού επιτελείου, για κάθε αριστερόστροφο, πολιτικό κύτταρο, και δη εξωκοινοβουλευτικό, αλλά κυρίως, να οριοθετήσω τα συστατικά εκείνα, που απεργάζονται τη σταδιακή μαζικοποίηση, και εν γένει, την πολιτισμική αλλοτρίωση των πολιτών. Γιατί μπορεί, πράγματι, τα συστημικά ΜΜΕ να διαμεσολαβούν μεταξύ των πολιτών και της εξουσίας, πάντα προς όφελος της δεύτερης, η πρόκληση όμως είναι να δούμε, πίσω από αυτό το γεγονός, ποιο είναι το θέμα, και ποιο το ζητούμενο. Με άλλα λόγια, ν’ αποκρυσταλλώσουμε πώς οραματίστηκε ο ποδοσφαιρόφιλος πρόεδρος – ως επιφανής εκπρόσωπος της αγελαίας κουλτούρας – την εκπόρθηση του τηλεοπτικού τερέν (θέμα), και, πρωτίστως, με ποια πολιτιστικά υποπροϊόντα κατασκεύασε τον Δούρειο Ίππο, προκειμένου να αλώσει σαν απόλυτος κυρίαρχος, το κοινωνικό οικοδόμημα (ψυχαναλυτικό ζητούμενο)”.

Για να μιλήσουμε όμως με αντικειμενικά δεδομένα και στοιχεία, τα συστατικά της μαρμίτας της τηλεοπτικής καταιγίδας συνιστούν τον πλέον αδιάψευστο μάρτυρα των προθέσεων του μιντιακού κολοσσού.

Συνοπτικά, ο κοινός παρανομαστής συμπεριλαμβάνει την ενοικίαση όλων σχεδόν των διαθέσιμων προς τους Βαλκάνιους, Αμερικανόφερτων κακέκτυπων, όπως: Η ολοκληρωτική εκπαραθύρωση κάθε ικμάδας, που αφορά το χώρο της δημιουργικής διανόησης (εξαίρεση οι παραγωγές, που υπηρετούν το Θεάρεστο έργο του «Μόνο, μαζί μας, μπορείτε», ή σειρές, συμβατές με τον εγχώριο Μεγαλοϊδεατισμό). Μία πρωτοφανής γαλέρα αστυνομικών σειρών, στα πρότυπα πάντα της Άγριας Δύσης, ώστε να δαφνοστεφανώνονται ισόβια και νομοτελειακά, οι σταυροφορίες των καουμπόηδων (στο δίπολο, δε, «κακού – καλού» επιστρατεύονται και δύο πρωτοεμφανιζόμενες εκπομπές δικαστικών υποθέσεων). Εν συνεχεία, δεσπόζει το ανεκδιήγητο σκουπιδο-Κατακτητής, μαζί μ’ ένα τηλεπαιχνίδι, και τρεις, τουλάχιστον, πολυδάπανες υπερπαραγωγές, πλήρως συμβατές στο Ναρκισσιστικό μας προφίλ! Για να προστεθεί μία πλειάδα κλασσικών ελληνικών ταινιών (η εξιδανίκευση του «νοσταλγικού, δήθεν, σινεμά», επιστρατεύεται στην ουσία, σαν φενάκη της πολιτισμικής του ένδειας). Και ταυτόχρονα, ένας στόλος εκπομπών μαγειρικής, προκειμένου να θραφεί αρκούντως το στομάχι του νοικοκύρη. Η εν λόγω δε τηλεοπτική συνταγή, φέτος, διανθίζεται και με μία εκπομπή παρακμιακής μόδας, συνοδευμένη και από δύο τουλάχιστον εκπομπές τηλεοπτικού life style ή του απαραίτητου κουτσομπολιού, για ν’ ανεβάσουμε στροφές. Με άλλα λόγια, οποίος τηλεοπτικός πάτος!

Με όρους ψυχαναλυτικούς, λοιπόν, το «Ουράνιο» σενάριο προσιδιάζει σ’ έναν φλύαρο, ημιμαθή Βυζαντινολάτρη, που τη μέρα ενδύεται την προσφιλή του φουστανέλα, ενώ τη νύχτα μερακλώνεται με σκουπιδ-όπερες ή και με μία παραγωγή που κάθε άλλο παρά την νοητική μας παιδεία μπορεί να υπηρετήσει, αφού μέχρι και αυτή έχει προσανατολιστεί σε μουσικά είδη, που κάθε άλλο παρά προάγουν και εξευγενίζουν όπως παλιότερα της σειράς.

Εξάλλου, όπως υπογράμμισε ο επιφανής ψυχοθεραπευτής, «ο Θάνατος και ο ύπνος ήταν αδέλφια», οπότε το εφοπλιστικό κανάλι πρωταγωνιστεί πλέον στο τηλεοπτικό γήπεδο, ώστε ο ισόβιος λήθαργος να επέλθει ανώδυνα, και ανεπαισθήτως – όπως θα έλεγε και ο ποιητής.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Νόστιμον Ήμαρ

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply