Δον Κιχώτης - κάπως έτσι την πατήσαμεΤο δώρο έφτασε την κατάλληλη στιγμή. Όπως συνηθίζουν, εξάλλου, τα σπάνια δώρα! Θαρρείς και αφουγκράζονται τον παλμό της καρδιάς. Συλλαμβάνοντας ακόμη και υπέρηχους, που εσύ ούτε καν τούς έχεις ψυχανεμιστεί. Δον Κιχώτης – κάπως έτσι την πατήσαμε.

Λες και ιχνηλατούν όσα ήδη έχεις μολογήσει, ή όσα κρατάς κρυφά κι ανομολόγητα, για όλες τις αναπάντητες ερωτήσεις που σε ορίζουν από τον πρώτο, κιόλας, σταθμό της διαδρομής. “Ποιος είμαι και πού πάω; Ποιος είναι τάχατες ο σωστός, ο δίκαιος, ο λογικός, ο επαναστάτης, ο αποδεκτός στα μάτια του κόσμου; Ποιοι είναι, εν τέλει, οι ανεμόμυλοι και ποιοι οι ανεμύμυαλοι;”

Αυτή τη φορά, όμως, ο αντίλαλος ανακυκλώνονταν μπροστά μου, βασανιστικός. «Τόσο ακατόρθωτη κατάντησε πια η αγάπη; Τόσο απλησίαστη, η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη; Τόσο ανέφικτη, η ανθρωπιά; Και εσύ, πώς το αντέχεις να ζεις από συνήθεια ή, έστω, από ανάγκη; Να σού αρκεί ο ρόλος του ληξίαρχου των αισθημάτων. Ν’ ανέχεσαι, δήθεν, που οι καρδιές κατάντησαν μίζερες και αφυδατωμένες. Να υποφέρεις παθητικά, που ατρόφησε η σπίθα του έρωτα. Που φυτοζωεί πλέον το καρδιοχτύπι εκείνο, που σου μούδιαζε την ανάσα και πυράκτωνε τα δευτερόλεπτα.

Δον Κιχώτης - κάπως έτσι την πατήσαμε

Μέχρις ότου η «απάντηση» ήρθε εικονογραφημένη, σ’ ένα απίθανο κόμικ. Όπως θα ’θελε κι ένας έφηβος. Και να, που ο παιδικός σου ήρωας – ίδιος, κι απαράλλαχτος, όπως παλιά – ήταν και πάλι εκεί. Ψηλόλιγνος, αγέρωχος, ξερακιανός, με στραπατσαρισμένη την πανοπλία του, και τον αγαπημένο του Ροσινάντε, γερασμένο και ψωριάρικο… Ο αιώνιος πρωταγωνιστής της νεότητας, και των αδικαίωτων ονείρων. Ο καταδεκτικός προστάτης των αδύναμων και των αδικημένων. Ο Ιδαλγός, που σε τίποτε δεν έμοιασε στους ξιπασμένους άρχοντες τούτου του κόσμου. Ο μόνος ιππότης, που είχε το θάρρος και τη φρόνηση, για να φωνάξει. «Ν’ αλλάξεις τον κόσμο, φίλε Σάντσο, δεν είναι ούτε τρέλα, ούτε ουτοπία. Είναι δικαιοσύνη!».

Έκλεισες πίσω την πόρτα. Πήρες το δώρο στις χούφτες μ’ ένα παράπονο. «Κανείς δεν κατάλαβε, γέροντά μου, ποιά τέρατα κυνήγησες, τότε. Σε είπαμε, βλέπεις, «τρελό», γιατί δε χωρέσαμε τα πολλαπλά είδωλα της ζωής. Σε κλείσαμε στις φυλακές και τα τρελάδικα, γιατί μάς σόκαρε το διαφορετικό, το «άλλο». Σε χλευάσαμε σαν «ονειροπόλο και αιθεροβάμονα», γιατί εξοικειωθήκαμε στο λίγο. Σε λοιδορήσαμε πως ζεις παρέα με τα ξωτικά. Πως κυνηγάς δράκους φανταστικούς και μάγους ανύπαρκτους, ενώ εμείς τούς θρέψαμε και τούς σπιτώσαμε πρώτοι. Δον Κιχώτης – κάπως έτσι την πατήσαμε

Κι ύστερα, συμβιβαστήκαμε με το άδικο, όταν ανεχτήκαμε την καθημερινή πολιορκία του. Βαρεθήκαμε τους φίλους, όταν μάς εξάντλησε η μιζέρια. Ξεχάσαμε τον έρωτα, όταν η Δουλτσινέα μας έκανε ρυτίδες. Παγώσανε τα «σ’ αγαπώ», όταν μουδιάσανε οι αγκαλιές. Όταν πάψαμε ν’ ακούμε, και να γελάμε ανυπόκριτα. Όταν σταματήσαμε να κοιτάμε στα μάτια, τα παιδιά μας. Βαρύνανε, Δον, τα βήματα, απ’ τη συνήθεια. Φτώχυνε ο χρόνος και το παρόν. Δον Κιχώτης – κάπως έτσι την πατήσαμε

Δον Κιχώτης - κάπως έτσι την πατήσαμε

Απ’ ό,τι φαίνεται, λοιπόν, στη διάρκεια τήν πατήσαμε, καλέ μου Δον… Κλατάραμε, προτού καν φουσκώσουμε τα λάστιχα. Φρενάραμε πάνω στην ωραιότερη στροφή! Κρίμα, αλλά συνέβη. Εξάλλου, απ’ όλους τους σπόρους που μάς μοίρασες, ξεχάσαμε και παραβλέψαμε το σπουδαιότερο. Γιατί ελάχιστοι γνωρίζουν πως τον κόσμο σου, τον έχτισες πάνω στα βιβλία, που διάβασες κι αγάπησες. Κάπως έτσι, σ’ έθρεψε και ο πατέρας σου, ο Θερβάντες. Ο μύθος σου να μπολιαστεί με σελίδες ηρωικών ιστοριών. Και μόνον έτσι, η φτερωτή σου φαντασία χώρεσε κι άντεξε το ταξίδι.

Όπως περίπου διαισθάνομαι πως πρέπει και εμείς ν’ αρχίσουμε. Γράφοντας ξανά , “με λογισμό και μ’ όνειρο”, το βιβλίο της δικιάς μας καλοκαιρινής νύχτας.

 

Τα σχέδια είναι του Σαλβαντόρ Νταλί

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply