Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ" (απομνημονεύματα)Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα)

Το κείμενο ανασυνθέτει μία άγνωστη πτυχή της υπόστασης του εθνικού μας ποιητή. Την ζοφερή και τραγική του φύση. Γράφτηκε σαν εξαμηνιαία εργασία για το μεταπτυχιακό μου στη Δημιουργική γραφή. Αφηγείται, εν είδει απομνημονευμάτων, τις αναμνήσεις (υποτίθεται) του Ιωάννη Λεονταράκη Σολωμού, κατά την πενταετή διαμάχη του με τον ετεροθαλή αδελφό του Διονύσιο Σολωμό, για τη νομή της αμύθητης περιουσίας του λαομίσητου πατέρα τους κόντε Νικολάου Σολωμού. Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα).

Τα τεκμήρια και ντοκουμέντα που αναφέρονται στην αφήγησή του είναι αλιευμένα και επιστημονικά τεκμηριωμένα από τις ιστορικές πηγές, καθώς και από τις μεταγενέστερες έρευνες.   

Η αφήγηση του πρωταγωνιστή των απομνημονευμάτων είναι προϊόν μυθοπλασίας.
Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ" (απομνημονεύματα)

Η “Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού η Διάφανη” αφιερωμένη στην τραγική μάνα του Διονυσίου Σολωμού

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στη δίκη μου¹, με τους δύο ομομήτριους αδελφούς, Διονύσιο και Δημήτριο. Στη δίκη αυτή που συντάραξε τα Επτάνησα, αφού μέχρι και ο αντίδικος προς εμέ δικηγόρος παραδέχτηκε πως “εξήγειρεν ορμήν και αποτροπιασμόν γενικόν, λόγω της αισχρότητος κι ασεμνότητος των καταθέσεων”. Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα).

Φαντάζεστε, υποθέτω, οποίο μισανθρωπισμό εξέθρεψε, ιδίως σε μία κοινωνία, σαν και αυτή της Ζακύνθου. Διότι ούλες οι ρούγες του νησιού, για πέντε ολάκερα χρόνια, αντιβοούσαν με τη δίκη των “μούλων”, και άπαντες οι φαρμακόγλωσσοι του Τζάντε, με τούτο το σούσουρο θρέφονταν: “τρεις μπάσταρδοι”, που φαγώθηκαν σαν τα όρνια, για την περιουσία ενός λαομίσητου πατέρα. Του κόντε Νικόλαου Σαλομόν³ του ταμπακέρη⁴, αυτού του καταχθόνιου⁵.

Ήρθε όμως, η ώρα, όπου ενώπιον της συνειδήσεώς μου, θα καταγράψω την πάσα αλήθεια, και μάρτυς μου ο Θεός και η ιερή μνήμη της μητέρας μου. Διότι πρωτίστως αυτή είναι που με οδηγεί σε τούτη τη γραφή και αυτή επιθυμώ να δικαιώσω, προτού ο Χρόνος σφαλίσει και τα δικά μου τα μάτια. Την Αγγελική Νίκλη, κόρη ενός πάμφτωχου Μωραΐτη⁶, που εν αγνοία της και για κακή της τύχη, έγινε από τα δώδεκα χρόνια της νιότης της, το ενέχυρο, προκειμένου να επιβιώσει από την πείνα, η δύσμοιρη οικογένειά της.

Μόνο που το ενέχυρο όριζε ρήτρα βαριά, γιατί πρώτα ο ίδιος ο πατέρας της υπέγραψε την ισόβια καταδίκη της, παραδίδοντας τη θυγατέρα του, στις “ορέξεις” ενός σάτυρου, που ξεζούμισε ανελέητα το κορμί της⁷. Γιατί στο νησί, έως και οι πέτρες γνώριζαν πως η Αγγέλικα, η Μανιάτισσα, ήταν η μαντενούτα του⁸ – ειδάλλως, η παλλακίδα – μία σπιτωμένη πόρνη, στις αναρίθμητες άλλες, που εξαγοράστηκε για ένα πουγκί τσεκίνια, και με την ανοχή της κοινωνίας.

Μπροστά, επομένως, σε τούτη τη ρωγμή του χρόνου, το χρέος έναντι της μητρός μου επιτάσσει να καταγράψω την πάσα αλήθεια. Γιατί μονάχα εγώ γνωρίζω πόσο ταπεινώθηκε, προκειμένου ν’ αναθρέψει εμένα και τ’ αδέλφια μου, Σπύρο, Αννέττα και Τζόγια, και πως ακόμη και η δικιά μου προκοπή στέριωσε πάνω στα δικά της δάκρυα. Γι’ αυτό, και ο λόγος μου είναι το στερνό αντίδωρο, για το στίγμα που πλήρωσε, πριν καν υποψιαστεί ποια είναι και τι θέλει.
Εν αρχή, ένα δηλώνω⁹. Ποτέ, για όσο ακόμη ανοίγω τα μάτια μου, δεν πρόκειται να προσπεράσω τη στάση της, ιδίως στη δίκη. Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα). 

“Δεν της δίνω λεφτά, δεν της δίνω ούτε ένα γρόσι”

Και πώς θα μπορούσα ν’ αγνοήσω ότι η μάνα μου, παρά τα βάσανα του βίου της, στάθηκε στο πλευρό μου, ακλόνητη, και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, αψηφώντας όχι μονάχα τη συμμαχία των αρχόντων, που συνασπίστηκαν απέναντί μας, για να αποκρυφτεί η πατρική μου ταυτότητα, αλλά και μη διστάζοντας να καταθέσει τα πραγματικά γεγονότα, ακόμη και όταν αντιδίκησε με τον πρωτότοκο γιο της, Διονύσιο. Τον Εθνικό, τάχατες, ποιητή, που δεν δίστασε, χολωμένος από τη στάση της στη δίκη – ακόμη και όταν είχε πια καταντήσει μία ζητιάνα – να πει σε βάρος της: «Δεν τής δίνω λεφτά! Ερώτησα τη συνείδηση μου, επάλεψα μέσα μου, αλλά δεν μπόρεσα να την συγχωρέσω τη μάνα αυτή… Δεν δίνω λοιπόν λεφτό!»¹⁰

Πάντως – προτού ιστορήσω τα συμβάντα, και προκειμένου να μην θεωρηθεί πως κινήθηκα στη δίκη, με μοναδικό γνώμονα τη φιλαργυρία – οφείλω να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα. Αρχικά, ουδεμία πρόθεση είχα να μπλεχτώ σε παρόμοια δικαστική περιπέτεια. Όταν, ενήλικος πια, ανακάλυψα την πραγματική ιστορία της γέννησής μου, το μόνο που απαίτησα από τον Διονύσιο, όταν συναντηθήκαμε στα μουράγια, ήταν να αναγνωριστώ κι εγώ, ως ο τρίτος, όμαιμος και ομοπάτριος αδελφός τους. Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα).

Αυτή ήταν η αληθινή ιστορία

Γι’ αυτό και τους υποσχέθηκα πως πρόθεση μου ήταν να μην προβάλλω μελλοντικά, την οποιαδήποτε οικονομική αξίωση, πάνω στην περιουσία του κόντε Νικολάου. Αρκεί, να με αποδέχονταν σαν αδελφό τους, και δε θα αποζητούσα τίποτε παραπάνω. Ο Διονύσιος, όμως, αρνήθηκε να με αναγνωρίσει και μου έκοψε μέχρι την καλημέρα. Για ετούτο το πείσμα, λοιπόν, και περισσότερο για την απληστία του, αποφάσισα να καταφύγω στα δικαστήρια, ώστε η αλήθεια να μην παραπέσει¹¹.
Με λίγα λόγια, η ιστορία έγινε ως εξής.

Ο εβδομηντάχρονος τότε κόντες Νικόλαος – γνωστό πλέον σε όλους – στις 27 Φεβρουαρίου 1807, την παραμονή κιόλας του θανάτου του, παντρεύτηκε επισήμως τη μητέρα μου, η οποία, εδώ και δύο τουλάχιστον μήνες, ήταν έγκυος, σ’ εμένα. Προηγουμένως, βέβαια, στη διαθήκη¹² που άφησε, μοίρασε την περιουσία, ισομερώς, σε τρία κομμάτια. Το ένα μέρος, το έγραψε στον Ροβέρτο – το μόνο νόμιμο γιο και δικαιούχο από τον πρώτο του γάμο με την Μαρνέτα Κάκνη. Ενώ τα υπόλοιπα, στο Διονύσιο και τον Δημήτριο. Με μία διαφορά¹³.

Ο Ενετικός νόμος,¹⁴ που ίσχυε στο νησί, όριζε ξεκάθαρα σαν αποκλειστικό νόμιμο κληρονόμο μονάχα τον Ροβέρτο. Οπότε, αναπόφευκτα δεν επέτρεπε στα νόθα τέκνα του – τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, δηλαδή – να διεκδικήσουν ούτε καν ένα περιβολάκι στη Μπόχαλη. Ήλπιζε, βλέπεις, πως λίαν συντόμως, θα επικρατούσαν στο νησί οι Γάλοι δημοκρατικοί. Άρα, θα ίσχυε το φιλελεύθερο δίκαιό τους, πράγμα που δεν έγινε, βέβαια, ποτέ.

Τι όριζε ο Ενετικός κώδικας στα τρία αδέλφια

Απλά, επί του παρόντος, και προκειμένου να μην μείνουν έκθετα¹⁵ και απροστάτευτα τα νόθα τέκνα, ο Ενετικός κώδικας προέβλεπε να υπάρχουν διαθέσιμα, όσα χρήματα χρειάζονταν τα δύο αδέλφια. Σκοπός ήταν να μη στερηθούν τα στοιχειώδη της επιβίωσης, υπό την εποπτεία πάντα των διαχειριστών, που είχε ορίσει ο ίδιος.

Και όντως, όλα θα κυλούσαν ανέφελα για τις επιδιώξεις τους, μέχρις ότου προέκυψε η ανατροπή. Η αναπάντεχη εγκυμοσύνη της μάνας μου. Γιατί, με βάση πάντα τον ίδιο νόμο¹⁶, το νόμιμο τέκνο, που γεννήθηκε μετά τον επίσημο γάμο του εβδομηντάχρονου κόντε, με την εικοσιτετράχρονη, τότε, μάνα μου, θα αποκτούσε μονομιάς, την κυριότητα ολόκληρης της αμύθητης περιουσίας.

Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με τους Ενετούς¹⁷, τα νοθογέννητα μπορεί μεν να θεωρούνταν “φύσικά τέκνα”, (εκ του φυσικού τους πατρός γεννηθέντα), εντούτοις, θεωρούνταν εξ άπαντος απόκληρα. Ακριβώς επειδή ήταν νόθα, ή κατά το κοινώς λεγόμενο, “μούλοι”, τουτέστιν, “μπάσταρδοι”.

Καταλαβαίνετε, άρα, μετά την είδηση της επικείμενης γέννησής, ποια σύννεφα στοίχειωσαν, πρωτ’ απ’ όλα τους επιτρόπους της περιουσίας του “ταμπακέρη” – τοκογλύφου¹⁸. Και μόνο στον πιθανό κίνδυνο, που εγκυμονούσε ο ερχομός μου. Ήταν, βλέπεις, πολλά τα λεφτά που διαχειρίζονταν, και πρωτίστως, χωρίς κανείς να τους ελέγχει.

Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ" (απομνημονεύματα)

Η συνωμοσία σε βάρος του τρίτου αδελφού

Την συνωμοσία¹⁹ που στήθηκε σ’ ένα βράδυ, θα την ζήλευαν, ομολογώ, και οι πιο ευφάνταστοι δολοπλόκοι. Πρώτη τους έγνοια – και κυρίως του επίτροπου Νικολάου Μεσσαλά – ήταν να υποχρεώσουν τη μητέρα μου, σε λιγότερο από έξη μήνες, να παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη.

Σκοπό είχαν προφανώς, το νεογέννητο να φαίνεται πως ήταν καρπός του έρωτα της μητέρας μου, με τον Εμμανουήλ, και σε καμία περίπτωση του Νικολάου Σολωμού. Έτσι ώστε να μην διεκδικήσω μετέπειτα, κάποιο μερίδιο στην περιουσία. Γι’ αυτό, και το επιχείρημα που επικαλέστηκαν με σφοδρότητα στη δίκη, ήταν πως ο εβδομηντάχρονος κόντες ήταν, δήθεν, παράλυτος. Κατά συνέπεια, άρα, ήταν ανίκανος να συνουσιαστεί, πόσο δε μάλλον, να τεκνοποιήσει²⁰. Γεγονός αναληθές.

Εν συνεχεία, οι επίτροποι έκρυψαν²¹ στα σπίτια διάφορων σέμπρων τη μάνα μου. Μέχρις ότου, το Σεπτέμβριο τού ίδιου έτους, γεννηθώ εγώ. Και για να εξασφαλίσουν ακόμη καλύτερα τα συμφέροντα και το σχέδιό τους – δήλωσαν παρανόμως στο ληξιαρχείο πως δήθεν γεννήθηκα το Δεκέμβριο τού 1807. Όχι όμως τον Σεπτέμβριο, όπως πραγματικά συνέβη – ώστε να αποκλειστεί παντελώς η πιθανότητα να αποδειχθώ πως είμαι γιος του κόντε.

Η κακία, η εμπάθεια του αδελφού Διονυσίου

Αυτά²² ήταν τα ακριβή γεγονότα της υπόθεσης. Και όλα τα προηγούμενα επιχειρήματα επικαλέστηκα ενώπιον του Πρωτοδικείου Ζακύνθου και μετέπειτα, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου Δικαιοσύνης. Το σκεπτικό μου, σαν νομικός, ήταν σαφές. Αφού ήμουν το μόνο παιδί που γεννήθηκε, μετά το γάμο του κόντε με τη μάνα μου, ήμουν και ο μοναδικός κληρονόμος του, αφού αυτό υπαγόρευε ο Ενετικός νόμος, που αυτομάτως ακύρωνε τη διαθήκη και τη μοιρασιά του κόντε. Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα).

Άρα, ό,τι ήταν να μοιραστεί, ήταν μεταξύ εμού και του Ροβέρτου, πλην όμως, αυτός είχε ήδη πεθάνει πριν τη δίκη, οπότε εγώ απέμενα ο αδιαφιλονίκητος κληρονόμος, έναντι των δύο πρώτων νόθων.

Αυτά κατέθεσα στη δίκη, και θα νικούσα σίγουρα, αρκεί να μην πέφταμε πάνω στο τείχος, πρωτίστως του Διονυσίου.

Η άγνωστη αλήθεια για τον ποιητή

Γιατί τότε, ήταν που γνώρισα το πραγματικό πρόσωπο του ποιητή. Μέχρι τη δίκη, βέβαια, ήξερα πως ποτέ του δεν κόπιασε, ούτε καν στερήθηκε ένα ξεροκόμματο. Πως ουδέποτε απαρνήθηκε τα προνόμια του Libro d’ oro²³ Πως στα νιάτα του ξημεροβραδιαζόταν, πλέκοντας ρίμες, όταν οι Μεσολογγίτες θρέφονταν με ποντίκια. Γιατί όλοι στο Τζάντε γνώριζαν πως εκ πεποιθήσεως τάχθηκε με τους “Καταχθόνιους,”²⁴ τους ντόπιους τυράννους. Πως ακόμα και ξένους δυνάστες πίστεψε. Πως δεν έπιασε όπλο, αν και τα χρόνια του ’φταναν. Και όλα αυτά – πράξεις συμφέροντος, για να μη φυράνει η περιουσία του.

Στη δίκη όμως, ο νους του ψήλωσε. Όλα όσα ιστόρησα έγιναν σκιάχτρα, που τον στοίχειωσαν, και μέρα, τη μέρα, όλο και περισσότερο, θύμιζε αλαφροΐσκιωτο. Απ’ το γινάτι του, ξόδεψε μία περιουσία, μαζί με όσα έδωσε στις δίκες με τον αδελφό, Δημήτριο²⁵. Κι όσα περισσότερα ξόδευε, – όσο ξεμάκραινε απ’ την ψυχή – τόσο το πάθος γιγαντώνονταν.
Και είναι, αλήθεια, πως μηχανεύτηκε πολλά²⁶, για να κερδίσει την εύνοια των Άγγλων, των δικαστών και των μαρτύρων. Μέχρι και στους Μασόνους²⁷ ακούστηκε πως κλάφτηκε, αρκεί να κέρδιζε την εύνοιά τους, μπας κι έπειθε τον Άγγλο Αρμοστή ν’ αλλάξει τους Ενετικούς κώδικες.

Αλλά, για τραγική του τύχη, και όσο η δίκη αργοπορούσε άσκοπα, έμοιαζε Κρητικός που ναυάγησε. Κι όσο κι αν σταύρωνε τα δάκτυλα, μπας και πετύχει άνθρωπο, έχασε πρώτα το δικό του: τον δείκτη που δείχνει στη ψυχή.

Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ" (απομνημονεύματα)

Από τη θεατρική παράσταση Η “Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού η Διάφανη”

 

Το τραγικό του τέλος

Από τότε, ο Διονύσιος, ο ιερομόναχος, χάθηκε. Έγινε απόκοσμος, όλο και πιο οξύθυμος, έως ότου αφέθηκε στην αυταπάτη του κρασιού.
Στο σκηνικό της ζωής που έκτισε, πώς θα μπορούσε επομένως να αφοσιωθεί στη τέχνη του;²⁸ Με τι μυαλό, με τι ψυχή θα ολοκλήρωνε τα φιλόδοξα έργα του; Αφού δεν είχε καν ξεκαθαρίσει ποιος είναι, τι πιστεύει, και τι αποζητά από τη γραφή, πώς θα μπορούσε να σαρκώσει τα θρέμματα της φαντασίας;²⁹ Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα).

Οι μελλούμενες γενιές στο Ρωμαίικο, δύσκολα θα υποψιαστούν όσα κρύβονται πίσω από τα σπαράγματα των στίχων του. Όμως, εγώ που μεγάλωσα στη σκιά του, ξέρω, γιατί στον “Λάμπρο”³º, ο πατέρας είναι βρεφοκτόνος και αιμομίκτης, και ποιος κρύβεται πίσω από τον Φλάρη³¹, που ζυγίζει το βάρος του νόθου δικηγόρου. Γιατί κάπου εκεί, προβάλλει το δικό του προσωπείο.
Πάντως ένα κατέχω. Όσα κι αν είχε άλλοθι. Όσο κι αν, άθελά του, ήταν το θύμα του πατέρα του, όπως και όλοι μας στο σπίτι, ένα μονάχα αγνόησε: πως ήταν κατά βάθος ποιητής. Και αν ένας απλός άνθρωπος – όσες πληγές κι αν κουβαλά – έρχεται η στιγμή, που πρέπει να ορίσει το μπόι της ψυχής του, πόσο περισσότερο, ένας ποιητής. Ιδίως αυτός, που μιλά για λευτεριά και δε λυγίζει στην πολιορκία.

Η πίκρα που έμεινε άσβεστη, το μάταιο μίσος

Όλα ετούτα, όμως, τελέστηκαν και η μοίρα δεν ξεγράφει. Από τούτο τον βράχο της Αλβιόνας, που ξόδεψα τη ζωή μου, γυρνώ στο παρελθόν και μόνο τη μάνα μου θωρώ. Το πικραμένο της χαμόγελο θυμάμαι και αυτό κρατώ απ’ έναν τόπο που σπαράζει τα παιδιά του.

Και πόσο, αλήθεια, φαντάζει τραγικό! Ο ποιητής που μίλησε για διχόνοια δολερή, σπαράχτηκε με τα ίδια του, τ’ αδέλφια. Εύκολα πάντα μιλούσες, Διονύσιε, γιατί όπως κάποτε παραδέχτηκες, ήσουν “του χείλου». Εγώ, ο Ιωάννης Λεονταράκης ΣΟΛΩΜΟΣ” (απομνημονεύματα).

Αν όμως, σας στέλνω πίσω τούτη τη γραφή. Αν σας παιδεύω μ’ όλες τούτες τις δικολαβίες, δεν είναι γιατί γυρεύω να ψευτίσω το μύθο του εθνικού σας ποιητή. Όπως σας είπα ξεκάθαρα από την αρχή – και μην το αγνοείτε – τη μάνα μου μόνο έχω στην ψυχή και τα μαρτύρια που πέρασε.

Μόνο γι’ αυτό, μιλώ εδώ. Γιατί, Διονύσιε – ομογάλακτε αδελφέ μου – αυτή σταυρώθηκε για χάρη μας.

Αυτή, λοιπόν, τη μάνα που βιάστηκε τόσες φορές απ’ τον εξηντάχρονο πατέρα σου. Ετούτη τη μάνα που χλευάστηκε απ’ όσους την πούλησαν για ένα πουγκί, ποτέ δε φανταζόμουν πως στα στερνά της, όταν θα ερχόταν γονατιστή να σου ζητήσει δύο γρόσια, θα την πέταγες αφάγωτη τσιγκάνα, μες τους δρόμους.

Όμως, εδώ που μας ξέρασε η ζωή, όσο κι αν συλλογιέμαι ετούτη την αράδα, με πίκρα διαπιστώνω πως απέμεινα τελευταίος, στο δράμα του γένους μου. Όλοι πεθάναν κι εγώ μετρώ πια, τις μέρες που απέμειναν.

Όσα κι αν γράψω στο τεφτέρι, οι ιστορίες μένουν για πάντοτε ανορθόγραφες. Περίπου σαν τις λέξεις του μεγάλου ποιητή. Ανορθόγραφες λέξεις, κι ακόμη πιο ανορθόγραφες, σκέψεις και σκιρτήματα καρδιάς.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Ιωάννης Λεονταράκης Σολωμός

Ανορθόγραφες λέξεις

Μον’ έτσι καθώς περνούν ένας προς ένας οι νεκροί – απ’ τον πατέρα πρώτα, μέχρι και τον Διονύσιο – νιώθω πλέον τα πόδια να λυγίζουν και την ανάσα ν’ αργοσβήνει.
Αν πρέπει ν’ αφήσω κάτι, με όση φωνή ακόμη περισσεύει, τότε μονάχα ετούτο ξεχωρίζω. Στην ανελέητη πολιορκία της ζωής, μένει ελεύθερος, μονάχα αυτός που μπροστά στο άδικο και το κακό, θα στηθεί και θα ψελλίσει το στίχο σου, Διονύσιε:
“Παντ’ ανοιχτά, παντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου”.

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply