Η γη του Αχέροντα θύμισε Άνοιξη

Η γη του Αχέροντα θύμισε Άνοιξη

Στην όχθη του Αχέροντα θύμιζε Άνοιξη

Για την Κατερίνα

Πρωινό Δευτέρας, το δέντρο λύγισε

Ούτε καν πρόλαβα να δω

Την περιστροφική κίνηση του ξυλοκόπου

Προτού ο πέλεκυς καρφωθεί στον κορμό μου.

Οι γιατροί υπήρξαν κυνικοί

Το ανακοίνωσαν όπως μία νοικοκυρά δηλώνει

πως έφτιαξε φασολάκια

Θα πρέπει, κύριε, να εξοικειωθείτε μ’ έναν αργό θάνατο.

Για τα επόμενα χρόνια,

το χτύπημα του ξυλοκόπου βάθαινε

Ο χρόνος περνούσε, το δέντρο μαράζωνε.

Μέχρι που ήρθες ανυποψίαστη όπως κι εγώ

Κάπνιζες Καρέλλια κασετίνα κίτρινη

Στο τέταρτο πάνω, μου είπες πως

Υπήρξες κάποτε ένα κομμένο δέντρο

Έκτοτε, με άφησες να αγγίξω ένα προς ένα τα φύλλα σου

Να αγκαλιάσω τα κλαδιά σου

Να θρέψω τον κορμό σου

Όταν έσμιξαν πια οι ρίζες μας

Η γη του Αχέροντα θύμισε Άνοιξη

Τα νερά του κύλισαν ανάστροφα

Δύο δέντρα που κόπηκαν κάποτε στα δύο

Μπολιάστηκαν στην όχθη του.

Γιάννης Δημογιάννης (από εργαστήρι στη Δημιουργική γραφής

 

Το παραπάνω ποίημα θεμελιώνεται πάνω στο αρχετυπικό δίπολο, που αντιπροσωπεύεται από την αντίθεση των συμβόλων «η γη του Αχέροντα» αφενός, και η ανάκληση της Άνοιξης («θύμιζε Άνοιξη»), αφετέρου. Πίσω από τα συγκεκριμένα αρχέτυπα ελλοχεύει η δεσπόζουσα αντίθεση του θανάτου, απέναντι στη ζωή και τον έρωτα.

Η γη του Αχέροντα θύμισε Άνοιξη

 

Ερωτική εξομολόγηση

Γράφω μόνο για σένα

ελπίζοντας

στο πέταγμα των λέξεων μέχρι

τα παράθυρα των ματιών σου

Υπάρχω μόνο για τη στιγμή

που ίσως καταλάβεις πως

δεν προσμένω τίποτε άλλο

ανασαίνοντας

παρά ν’ αγγίξω τη μοναξιά σου

όπως αργά θ’αφήνεις

να πέφτουν στο πάτωμα

το σπαθί κι η πανοπλία σου

Κι εγώ να στέκομαι

με την καρδιά γυμνή

μπροστά στα σαρκοφάγα χείλη του αιδοίου σου

έτοιμος να ντυθώ τη μυρουδιά σου

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply