Η πικροδάφνη του Οδυσσέα

22 του Ιούνη, μέχρι 22 του Ιούλη. Τόσες μέρες, όσο κράτησε και ολόκληρο το ταξίδι. Γιατί τόσο ακριβώς κράτησε η σύναξη των τεράτων.

Ο Οδυσσέας το ‘ξερε πως κάποτε θα σήμαινε κι ετούτη η ώρα. Η μητέρα όλων των μαχών, όπως του έλεγε ξεκάθαρα, η φωνή μέσα του. Η ίδια φωνή που τον προετοίμαζε, ξανά και ξανά, κυρίως όσο πλησίαζε η ύστατη δοκιμασία. Η πιο κρίσιμη σύγκρουση, όπως συνήθιζαν να λεν οι ξακουστοί στρατηγοί των Αχρείων. Η μάχη, που μέσα στο άρρωστο σώμα της θα συνασπίζονταν απέναντί του, όλα μαζί τα τέρατα, που συνάντησε στο ταξίδι, για όσο καιρό θαλασσογδάρθηκε στα ξένα.

Στην πρώτη μέρα της επιστροφής, ο Οδυσσέας ταξίδευε στα χαμένα.

Κάθε του ανάσα κοιλοπονούσε.

Η καρδιά ακουγόταν σαν ξεκούρστη χορδή.

Τα γόνατα έμοιαζαν με σαρακωφαγωμένα κουπιά.

Στα μισά του δρόμου, ο βασιλιάς δεν άντεξε.

Στάθηκε να ξαποστάσει στον Ερύμανθο, στις ρίζες ενός πλάτανου. Να πιει μία χούφτα νερό, πριν προχωρήσει, μέχρις ότου φτάσει στον τελικό του προορισμό. Προτού μπει στην σπηλιά, για να πιει το πικρό ποτήρι.

Στον πλάτανο του Ερύμανθου, τον βρήκε μία ξεδοντιάρα γύφτισσα.

Τον πλησίασε, κουτσαίνοντας και άρχισε τα γνωστά.

Εκείνος, της άπλωσε την αριστερή του παλάμη, βουβός.

Η γυναίκα έκανε τρία λεπτά, μέχρι να τον κοιτάξει στα μάτια.

Ύστερα, του γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

 

Το βράδυ της δέκατης μέρας – όταν τελείωσε η σύναξη -, όλες οι τρίχες του Οδδυσέα είχαν πια ασπρίσει.

Πήγε να κόψει τη φλέβα της καρδιάς, αλλά δε βγήκαν ούτε πέντε δράμια αίμα.

Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα.

Τα χείλη του τρεμούλιασαν.

Έστρεψε το κεφάλι του.

Κοίταξε μέχρι το βάθος της σπηλιάς και είδε τι άφησαν πίσω τους, τα τέρατα.

Και τότε, η ματιά του αντίκρυσε ένα προς ένα, τα αδειανά πουκάμισα, πάνω σ’ ένα βόθρο με σκατά.

Ο Οδυσσέας σύρθηκε έξω από τη σπηλιά, σαν λαβωμένο φίδι.

Έφτασε στη ρίζα μίας πικροδάφνης.

Έχωσε τα μούτρα του, στη γη, μέχρις ότου τα άσπρα φύλλα της πικροδάφνης λύγισαν και τον ακούμπησαν στον ώμο.

Τότε, τα μάτια του συνάντησαν την Αφροδίτη, στον έναστρο ουρανό και η φωνή του, ίσα που ψέλλισε ένα ακατάληπτο μουγκρητό.

Ύστερα πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Να κοιμηθεί και πάλι, στα σπλάχνα της σπηλιάς.

Και κάθε που η ανάσα του έσβηνε, έστω και για λίγο, θωρούσε τους νεκρούς του συντρόφους, που τον ρωτούσαν ξανά και ξανά, για το ταξίδι στο άδικο.

Έβαλε τα χείλη σε μία γούρνα, από τα σπλάχνα του Ερύμανθου.

Ήπιε μία γουλιά κι έπειτα γλίστρησε και ξέπλυνε το κορμί του, από τα απομεινάρια της μάχης.

Πήρε μία βαθιά ανάσα.

Κάθισε πάνω σε μία ποταμίσια πέτρα.

Έβαλε το χέρι του, μέσα στο δασάκι του και έβαλε μία πρέζα καφέ.

Μάζεψε κάτι χαμόκλαδα, άναψε φωτιά και πάνω στα απομεινάρια έψησε έναν καφέ κατράμι.

Και εκεί, πάνω στην ποταμήσια πέτρα, στάθηκε αμίλητος, μέχρι την ανατολή.

Όταν ξημέρωσε η πρώτη αχτίδα του ήλιου, την κοίταξε στο πρόσωπο.

Όταν πλέον ξεπρόβαλε και η δέκατα αχτίδα, ο Οδυσσέας έστρεψε τα μάτια του, στα αδειανά πουκάμισα των τεράτων και είπε:

“Γαμώ τον Ποσειδώνα μου, σας πήδηξα μέχρι το τελευταίο.”

 

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply