Ο Δράκος

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος λίγο πριν το συγκλονιστικό φινάλε.

Ο Δράκος, γυρισμένος το 1956, αποτελεί την σημαντικότερη και διαχρονικότερη ταινία του σπουδαίου δημιουργού Νίκου Κούνδουρου. Ο Κούνδουρος, μετά την Μαγική Πόλη (1955) παραδίδει μια άκρως ριζοσπαστική κινηματογραφική σπουδή πάνω στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Βρισκόμαστε 7 χρόνια μετά το τέλος του ελληνικού εμφυλίου. Μια κοινωνία καθημαγμένη και τρομαγμένη επιβιώνει κάτω από την σκιά της αστυνομοκρατίας, της φτώχειας και του παρακράτους των νικητών του εμφυλίου. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο τριαντάχρονος τότε Νίκος Κούνδουρος, μεταφέρει, με τρόπο πρωτοποριακό, ένα διεισδυτικό πολιτικό και κοινωνικό ψυχογράφημα γραμμένο από τον σπουδαίο Ιάκωβο Καμπανέλλη. Ο Δράκος μέχρι και σήμερα κατατάσσεται στις κορυφαίες στιγμές του ελληνικού σινεμά.

Ο Δράκος με μια ματιά…
Ήρωας της ταινίας είναι ο Θωμάς, ένας ασήμαντος και μοναχικός υπάλληλος που ετοιμάζεται να περάσει τις γιορτές των Χριστουγέννων μόνος. Η ήρεμη ζωή του θα ανατραπεί όταν ανακαλύψει τυχαία ότι μοιάζει υπερβολικά με τον περιβόητο καταζητούμενο εγκληματία «Δράκο», ο οποίος αποτελεί ένα είδος λαϊκού ήρωα. Προσπαθώντας να κρυφτεί από την αστυνομία, ο Θωμάς θα βρεθεί στο στέκι μιας συμμορίας μικροαπατεώνων αρχαιοκάπηλων. Εκείνοι αφού περάσουν τον Θωμά για τον «Δράκο» θα του ζητήσουν να συμμετάσχει στο «μεγάλο κόλπο» που ετοιμάζουν. Ο Θωμάς θα δεχτεί να υποδυθεί τον ρόλο του «Δράκου», όταν, όμως αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα, τα πράγματα θα λάβουν μια ανεξέλεγκτη τροπή.

Ο Δράκος
Η αφίσα της ταινίας.

Το ελληνικό σινεμά από την Προϊστορία στην Ιστορία

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, αναλύοντας τον Δράκο, είχε γράψει πως με αυτή την ταινία ο ελληνικός κινηματογράφος πέρασε από την Προϊστορία στην Ιστορία. Αυτή η φράση του σπουδαίου θεωρητικού του σινεμά, αντικατοπτρίζει πλήρως την ιστορική υπόσταση της ταινίας του Κούνδουρου. Ο Δράκος αποτελεί μια τομή για τον ελληνικό κινηματογράφο αφενός διότι εισήγαγε για πρώτη φορά τεχνικές και αισθητικές αντιλήψεις ολότελα ξένες και πρωτοποριακές, αφετέρου διότι ήταν η πρώτη ταινία μετά τα χαλεπά χρόνια του εμφυλίου, που εμβάθυνε στα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της εποχής της.

Ο Κούνδουρος, επηρεασμένος από το ρεύμα του ιταλικού νεορεαλισμού, αλλά και με έντονες αισθητικές αναφορές στην κλασσική χολιγουντιανή noir αντίληψη, συνθέτει μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα πνιγηρή, απαισιόδοξη και μελαγχολική. Οι παρατεταμένες κινηματογραφικές σιωπές, οι συχνές κοντινές λήψεις και ο διάχυτος ρεαλισμός διαμορφώνουν ένα αισθητικό μείγμα θλίψης, πόνου και ειρωνείας. Ταυτόχρονα το αριστουργηματικό μουσικό χαλί του Μάνου Χατζιδάκι κουμπώνει ως αδιαίρετο κομμάτι της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, στον κορυφαίο ρόλο της κινηματογραφικής του καριέρας, αποτυπώνει ιδανικά τον «ανθρωπάκο» που ζει μια ανιαρή ζωή, χωρίς πάθη και συναισθήματα. Έναν ήρωα που από την μια στιγμή στην άλλη δέχεται να «εγκαταλείψει» τον παλιό του εαυτό, αναζητώντας την εσωτερική του σωτηρία στην προσωπικότητας ενός εγκληματία που τυχαίνει να του μοιάζει. Οι αναπόφευκτες ανατροπές αυτής της επιλογής, όμως, δεν θα αργήσουν. Αυτές τις ανατροπές του ήρωα του, ο Ηλιόπουλος τις αναπαριστά με μια υπέροχη και εν τέλει συγκινητική και σπαρακτική εσωτερική ερμηνεία που συγκλονίζει. Ισάξιος συμπρωταγωνιστής, ο Γιάννης Αργύρης, σε έναν μοιραίο ρόλο, τον οποίο φέρνει εις πέρας με μια αληθινή ερμηνεία γεμάτη πόνο και ένταση. Άξιες αναφοράς, η παρουσία του Θανάση Βέγγου σε έναν «κόντρα ρόλο», καθώς και η μικρή, αλλά καθοριστική συμμετοχή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου.

Αντανάκλαση μιας ολόκληρης εποχής
Ο Δράκος είναι μια ταινία βαθιά πολιτική. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γράφει ένα σενάριο-κομψοτέχνημα, το οποίο διερευνά διακριτικά, αλλά μεθοδικά τα κοινωνικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Φτώχεια, φόβος, εγκατάλειψη, αγωνία και καταστολή συνθέτουν με λίγες λέξεις το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα της ταινίας. Ήρωες καχύποπτοι και φοβισμένοι, φιγούρες που αδυνατούν να βρουν την ευτυχία και την γαλήνη, προσωπικότητες φθαρμένες και καταπονημένες.

Ο Δράκος
Ο εξαιρετικός Γιάννης Αργύρης με
την Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

Και όλα αυτά κάτω από τα μάτια των σωμάτων ασφαλείας, της αστυνομίας και του διεφθαρμένου παρακράτους του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Δεν είναι τυχαίο ότι η συμμορία των μικροαπατεώνων σχεδιάζει ένα… τραγελαφικό σχέδιο κλοπής αρχαιοτήτων για να τις πουλήσουν στους Αμερικάνους. Ο ξεπεσμός, η ανηθικότητα και η δουλοπρέπεια κυριαρχούν σε ένα παιχνίδι σωτηρίας και επιβίωσης που δεν χωρά ηθικές αναστολές. Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι ο «Δράκος», παρότι στυγνός εγκληματίας, αντιμετωπίζεται από την κοινωνία σαν λαϊκός ήρωας, σαν ένας ρομαντικός «Ρομπέν των Δασών» που αντιστέκεται στην μιζέρια και την εξαθλίωση.

Από την άλλη ο Θωμάς του Ντίνου Ηλιόπουλου λειτουργεί κινηματογραφικά ως αντανάκλαση του μέσου ανθρώπου της εποχής. Μοναχικός, φοβισμένος και ανήμπορος βρίσκει στην ομοιότητα του με τον «Δράκο» την ευκαιρία να αλλάξει την ζωή του. Η λύτρωση του, όμως, θα είναι πρόσκαιρη. Η χαμένη του ζωή, μαζί με τους ανεκπλήρωτους πόθους και τα καταπιεσμένα αισθήματα του θα χαθούν στο ποτάμι της λήθης. Ο Θωμάς θα φύγει από τον κόσμο ασήμαντος και σιωπηρός, όπως έζησε όλη του την ζωή σε ένα συγκλονιστικό φινάλε, στο οποίο ο δολοφόνος του θα τον παρακαλεί για συγχώρεση.

«Γελοίο, χυδαίο και ξετσίπωτο»
Ο Δράκος κυκλοφόρησε σε μια δύσκολη πολιτική περίοδο καχυποψίας και συντηρητισμού. Δεν είναι παράλογο, λοιπόν, το γεγονός ότι δέχτηκε σφοδρές επιθέσεις από τους «ειδήμονες» της εποχής. Ο Αχ. Μαμάκης χαρακτήριζε την ταινία στην εφημερίδα «Έθνος» ως «κακή, ψεύτικη και γεμάτη υπερβολή». Ο Αδ. Κύρου στην «Εστία» δήλωνε ότι «δεν ηξεύρει κανείς τι πρώτον και τι ύστερον να οικτήρη εκεί μέσα», ενώ ακόμα και ο αρθρογράφος της Αριστερής «Αυγής» Κώστας Σταματίου διαμαρτυρόταν για την συμμετοχή της ταινίας στο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Από την άλλη ο Μ. Καραγάτσης, η Κατίνα Παξινού, καθώς και η πλειοψηφία των ξένων μέσων αποθέωσαν την ταινία του Κούνδουρου. Οι λονδρέζικοι Times γράφουν χαρακτηριστικά: «Πολλές σκηνές σ’ αυτό το περίεργο φιλμ αποδεικνύουν πως η Ελλάδα βρίσκει στο πρόσωπο του Νίκου Κούνδουρου έναν σκηνοθέτη με απεριόριστες δυνατότητες». 58 χρόνια μετά, ο Δράκος ανήκει επάξια στο «πάνθεον» του ελληνικού κινηματογράφου.

Ο Δράκος
Ο Νίκος Κούνδουρος επί τω έργω.
Αντί επιλόγου
«Είμαστε στο περιθώριο της ελληνικής παιδείας, κακομαθημένα παλιόπαιδα, φιλάρεσκα, ατάλαντα τις πιο πολλές φορές, θορυβώδη μικρά πιράνχας, που θέλουν να καταβροχθίσουν το βόδι που πήγε μέσα στο ποτάμι». Αυτή η δήλωση του Νίκου Κούνδουρου από το μακρινό 1956 περιγράφει επακριβώς την σημασία του Δράκου. Μια ταινία κόντρα στο ρεύμα που μίλησε για όλα όσα όλοι φοβόντουσαν να ακούσουν…

Συντελεστές/Χαρακτηριστικά:
Τίτλος: Ο Δράκος
Έτος Παραγωγής: 1956
Σκηνοθεσία: Νίκος Κούνδουρος
Σενάριο: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Πρωταγωνιστούν: Ντίνος Ηλιόπουλος, Γιάννης Αργύρης, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Θανάσης Βέγγος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Κώστας Θεοδωρίδης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Διάρκεια: 103 min.
Χρώμα: Ασπρόμαυρη

πηγή, φωτογραφίες: artic.gr
το κείμενο υπάρχει εδώ:
https://artic.gr/o-drakos-nikos-koundouros/

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply