Κάτι γελοίες φιγούρες: unboxers

Κάτι γελοίες φιγούρες: unboxers

Κάτι γελοίες φιγούρες: unboxers
Κάτι γελοίες φιγούρες: unboxers
90654

Κάτι γελοίες φιγούρες: unboxers – μία σύγχρονη καταναλωτική ψύχωση. Γιατί όταν δεν έχουμε τίποτα να λατρέψουμε, καταλήγουμε να λατρεύουμε το τίποτα.

Tου Θωμά Τσαλαπάτη

Κάθε τόσο προκύπτει μια νέα τάση αρκετά ασήμαντη ώστε να μην της δώσεις σημασία, αρκετά εκνευριστική ώστε να θέλεις να γράψεις ένα υβριστικό άρθρο για αυτή, αρκετά γελοία ώστε να ξεπερνάει την ίδια τη γελοιότητά της και να μοιάζει με κοινωνικό μικροφαινόμενο που χαρακτηρίζει πολλά περισσότερα από την περίκλειστη ύπαρξή του και αυτούς στους οποίους απευθύνεται.

Η αδιαφορία άλλωστε συνορεύει συχνά με τον εκνευρισμό όταν το τίποτα παίρνει έκταση και παριστάνει το κάτι.

Δεν θα έδινα σημασία αν δεν είχα πέσει τυχαία μπροστά στον ακόλουθο διάλογο σε κάποια ουρά: «Θείε, ποιος είναι ο αγαπημένος σου Unboxer;», ρωτάει ένας αθώος 12χρονος και ο θείος (νεαρός κατά τα άλλα) απαντάει: «Ο νεκρός».

Νομίζω πως εξαιτίας αυτού του περιστατικού κατάλαβα για πρώτη φορά ότι το unboxing είναι κάτι το οποίο υπάρχει. Πριν (για εμένα τουλάχιστον) απλά ήταν μια λέξη που την έπαιρνε ο αέρας της αδιαφορίας.

Το unboxing λοιπόν είναι μια νέα τάση που έγινε μόδα και στη συνέχεια έφτασε να αποτελεί επάγγελμα και προσδιορισμό.

Η μπούρδα αυτή ξεκίνησε κάπου στα τέλη του 2006. Δεν ξέρω πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο ελληνόγλωσσο ίντερνετ (και για να πω την αλήθεια δεν με πολυνοιάζει).

Ευρύτερα γνωστό έγινε όμως στις τελευταίες διακοπές των Χριστουγέννων μέσω τηλεοπτικών διαφημίσεων του «Γερμανού», όταν επαγγελματίες unboxers εμφανίστηκαν στις γερασμένες μας τηλεοράσεις ώστε να μας πείσουν για την ανατριχίλα τού να ανοίγεις ένα κουτί που περιέχει τηλέφωνα (γιατί αυτό τελικά είναι). Unboxing είναι το ξεπακετάρισμα.

Unboxer είναι ο τύπος ή η τύπισσα που ανοίγουν μια νέα συσκευασία ενός προϊόντος μπροστά στην κάμερα, περιγράφουν το τι περιέχει η συσκευασία και το πώς νιώθουν για όλα αυτά.

Το βίντεο στη συνέχεια ανεβαίνει στο youtube και μπλα μπλα μπλα… Η τάση ξεκίνησε ως απλός φετιχισμός, ενώ στη συνέχεια, όταν πήρε έκταση εγκολπώθηκε στη διαφημιστική στρατηγική των εταιρειών οι οποίες δημιουργούν τα δικά τους βίντεο unboxing ή στέλνουν δωρεάν προϊόντα στους «επαγγελματίες» ώστε να τα παρουσιάσουν.

Κινητά, τεχνολογικά gadgets, μακιγιάζ και ό,τι άλλο κάτσει. Και τελικά μέσω της μόδας και της διάδοσης ο ίδιος ο unboxer γίνεται το προϊόν.

Αυτός που πουλάει τον εαυτό του μέσω του αντικειμένου που διαφημίζει εξασφαλίζοντας views, χρήματα και ένα πρόσωπο στον ντουνιά και στη κενωνία (sic). Νεαροί οπαδοί παρακολουθούν τα βίντεο με προσήλωση, κατασκευάζουν είδωλα, φοράνε μπλούζες με τον αγαπημένο τους unboxer, συζητάνε τα νέα και τις εξελίξεις σε σχολικά διαλείμματα. Ξαφνικά το Survivor μοιάζει με εκλεπτυσμένη διασκέδαση.

Μέσω του unboxing η light προπαγάνδα της διαφήμισης γίνεται η ίδια θέαμα και απόλαυση.

Τον πλασιέ ως διαμεσολαβητή της αγοραστικής λαχτάρας. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή διαφήμιση, το unboxing δεν καλλιεργεί την επιθυμία για κάτι αλλά την επιθυμία καθ’ εαυτήν.

Ως στάση απέναντι στα πράγματα, ως μόνιμη προσμονή. Δεν κατασκευάζει επιθυμίες, προσπαθεί να κατασκευάσει την ίδια την επιθυμία ως ταυτότητα. Βρισκόμαστε μπροστά στον φετιχισμό του φετιχισμού του εμπορεύματος.

Το βασικό όμως που σε περνά από την αδιαφορία στον εκνευρισμό είναι η αίσθηση υποτίμησης του κόσμου στον οποίο απευθύνεται.

Η όλη διαδικασία μοιάζει με το να βοηθάς έναν αρτιμελή 20χρονο να περάσει τον δρόμο: Δεν το χρειάζεται και δεν βοηθάς. Το να είσαι ευχάριστος στη διάρκεια της σύντομης διαδρομής δεν σου δίνει λόγο ύπαρξης.

Γιατί τελικά αν αφαιρέσεις από τους unboxers το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα, βλέπεις αυτό που όντως είναι: πλασιέ που ξεπακετάρουν την πραμάτεια τους.

Και αφού η πραμάτεια δεν τους ανήκει ώστε να την πουλήσουν, τελικά πουλάν το ίδιο το ξεπακετάρισμα.

Σε μια εποχή που δεν έχουμε τίποτα να λατρέψουμε, καταλήγουμε να λατρεύουμε το τίποτα.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply