Κόκκινες γραμμές

Κόκκινες γραμμές

Κόκκινες γραμμές

Αλίνα Τριανταφύλλου – Κόκκινες γραμμές

“Μπορείς να οδηγήσεις;” με ρώτησε η φίλη μου. Η ώρα που βγαίναμε από το κέντρο ήταν πέντε το πρωί. “Εννοείται” της απάντησα αγνοώντας πόσα μπουκάλια είχαν περάσει από το τραπέζι μας. Μπήκα στο αυτοκίνητο και βγήκα στη άνοδο της Συγγρού. Πέρα απ’ τα ανθρώπινα η φύση μου. Πατούσε το γκάζι δίχως συμβάσεις. Ο δρόμος ήταν δικός της. Ίσως κι ολόκληρη η πόλη. Μπροστά μου κόκκινες γραμμές. Ούτε πράσινες, ούτε πορτοκάλι. Σωριάζονται ηδονικά η μια μετά την άλλη. Ύστερα, όλα μπλε. Στον καθρέφτη αντανακλούσαν θολά, φώτα που αναβόσβηναν. Καμία σημασία δεν έδωσα.

Οδηγούσα μόνη στο μεταίχμιο των ορίων. Κάποια στιγμή, δυο περιπολικά διέκοψαν τις σκέψεις μου. Μ ανάγκασαν να σταματήσω. Το μπλόκο με ακινητοποίησε στις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Οι σειρήνες τους γύριζαν αδιάκοπα∙ το φως τους με ζάλιζε. Ένας άντρας με πλησίασε. Το ένα χέρι του προτεταμένο, το άλλο στο πιστόλι. “Βγες έξω” με διέταξε. Δεν αντέδρασα. “Τώρα” ούρλιαξε “αλλιώς θα σε βγάλω εγώ σηκωτή. Πες μου τι έχεις πάρει; Έτρεχες με 170. Παραβίασες τέσσερις φορές το κόκκινο. Από θαύμα δεν σκότωσες κάποιον. Το κέντρο μου λέει να σε πάω κατευθείαν στο αυτόφωρο.”

Τον κοίταζα αποχαυνωμένη. Γιατί ούρλιαζε; Τα λόγια του βούιζαν στ’ αυτιά μου. Τι μου ζητούσε; Το μόνο που ένιωθα ήταν ότι για να πάω μπροστά στη ζωή πρέπει να περνάω κόκκινες γραμμές.

 

Σκλήρυνση κατά πλάκας

Σκλήρυνα μάνα
κι οι πέτρες κύλησαν
στο άσπρο μου σεντόνι

Με χάιδεψαν γλυκά
-πιο γλυκά κι από σένα-
όταν μ άφηνες να βγω

Ποτάμι έγιναν
σε τάφρο χύθηκαν
πριν το βαμβάκι χαϊδέψει την πληγή

Δεν σε ρωτάω μάνα
ποιες πέτρες διάλεξες
ή μόνο έριξες στο διάβα μυστικά

Το χάδι σου μονάχα ευγνωμονώ
κι ας ήταν σκληρότερο
απ’ της αυλής τις πλάκες

Κόκκινες γραμμές

Influenza Virus H1N1

 Οι μέλισσες

Με λένε Κατερίνα

Όνομα κοινό

Ηλικία προσδιορισμένη

η διαφορά αδιάφορη πια –

Μια μέρα οι μέλισσες ήρθαν

με τσίμπησαν                                                                                                                                           

σημάδια παντού

στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό

Δικά μου τα κεντριά τους

με πόνο αμείλικτα μ ευεργετούν

Μετά,

μόνη με άφησαν

τις πληγές μου να γλείφω –

τα παράθυρα άνοιξαν

η φωνή για να βγει

Η ζωή γεμίζει αργά το δωμάτιο

Κόκκινες γραμμές

Με αφορμή Το κιβώτιο του Αρη Αλεξάνδρου

Άδειο το κιβώτιο
Με τι να το γεμίσω;
Τις εμπειρίες μου μετράω
στης μνήμης την αόρατη κλωστή

Τοποθετώ ευλαβικά
την κάθε εκδοχή μου
-σημαντική μα και ασήμαντη-
στο τέλος τη ζωή μου

Άδειο είναι ακόμα
σκύβω για να δω
Με ρουφάει
Το πτώμα μου κρατάει

Μπορώ να το κλείσω τώρα;

 

σχετικοί σύνδεσμοι: Πετρελαιοφάγα μικρόβια της Τριανταφύλλου Αλίνα

Κάπου στην Αθήνα

Την περίμενα 50 χρόνια

Να γυρίσω σπίτι μου

https://surrealistsalonik.wordpress.com/

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/13082-thammenos-zontanos

https://www.youtube.com/watch?v=dT5xGxJqGok&fbclid=IwAR2xH9Rwi4KnQTMIxi4mG9rCIWqljKP2XbSI3eiWGlpAMUFBrllUmY49NiU

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply