Μία χαμένη υπόθεση 

«Το κορίτσι που έκανε άλμα στον χρόνο», βραβείο Κοινού. Ενα κοριτσάκι τρέχει μέσα σε μία εγκατάσταση, μοιάζοντας σαν να περνάει μέσα από τούνελ του χρόνου

Μία χαμένη υπόθεση – Διήγημα 

Μετά το διαζύγιο μου με τον Tom, ήξερα με ποιον τρόπο θα πλήρωνα το λογαριασμό με τα σπασμένα. Το έντερό μου είχε πρηστεί ξανά και χρειάστηκε να πάω στον παθολόγο μου, μπας και κατάφερνα να ξεμπλέξω τα κουβάρια. Μία χαμένη υπόθεση – διήγημα

Όταν τον επισκέφτηκα – αφού προηγουμένως είχα υποβληθεί στις εξετάσεις που μου ζήτησε – η απάντησή του δεν με ξάφνιασε: «Ο εργαστηριακός έλεγχος έδειξε πως δεν υπάρχει κανένα παθολογικό εύρημα, στο δεύτερο εγκέφαλό σας…»

Γέλασε με την εξυπνάδα του, αλλά εγώ δεν είχα μάλλον όρεξη για αστεία. Ο παθολόγος όμως συνέχισε απτόητος: «κ. Ρίτσαρντσον, μπορεί τώρα να μην έχετε την αίσθηση της σοβαρότητας, αλλά θα σας πρότεινα να επισκεφτείτε κάποιο εξειδικευμένο ψυχοθεραπευτή, αν δε θέλετε μελλοντικά να μπείτε σε σοβαρότερες περιπέτειες, με το δεύτερο εγκέφαλό σας».

Έκανα ό,τι μπορούσα, για να αποφύγω την πολυθρόνα, αλλά δεν τα κατάφερα. Ένα τεράστιο αυγό παρέμενε στην κοιλιά μου και εγώ έπρεπε κάτι να κάνω.

Χρειάστηκε να δοκιμάσω την τύχη μου με δύο ψυχοθεραπευτές, μέχρι να καταλήξω στον καταλληλότερο για την περίπτωσή μου.

Στο τρίτο μας ραντεβού, ο εξειδικευμένος στις σωματόμορφες διαταραχές, μού ζήτησε κάτι που περίμενα ήδη ν’ ακούσω: «Θα ήθελα να διαλέξετε μία παιδική σας φωτογραφία και να μου γράψετε ένα σύντομο σημείωμα, σχετικά με την οικογένειά σας και εσάς ∙ αλλά θα ήθελα να το γράψετε, παρακαλώ, σε γ’ πρόσωπο. Λες και περιγράφατε, δηλαδή, την ιστορία κάποιου άγνωστου, από απόσταση. Σαν να μιλούσατε, κατά μίαν έννοια, για την ιστορία κάποιας άλλης οικογένειας».

Όταν γύρισα σπίτι, απογοητευμένη με τη σχολική εργασία, πήγα κατευθείαν στο συρτάρι του γραφείου και διάλεξα τη φωτογραφία, που ήταν πρώτη στη στοίβα. Μία χαμένη υπόθεση

Τριάντα χρόνια πίσω. Καλοκαίρι, λίγο πριν νυχτώσει. Σαββατοκύριακο μπροστά στην όχθη της λίμνης, λίγο έξω από το Lansing στο Michigan. Το εξοχικό φρεσκοβαμμένο κι η αγαπημένη μου βεράντα, με τα πολυκαιρισμένα, ξύλινα έπιπλα του υπαίθριου καθιστικού. Μπροστά από το μπαλκόνι, η θέα απλώνεται στα γαλήνια νερά και στο βάθος, παντού  τριγύρω, απέραντα δάση, με Λεύκες και ευκάλυπτους.

Στο πρώτο κάδρο, εγώ, με μαλλιά καλοχτενισμένα κι ολόξανθα. Φορώ λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι, σεταρισμένο με το αγαπημένο κόκκινο παντελόνι και τις ροζ εσπαντρίγιες. Σχεδόν έτοιμη να τρέξω προς τη μεγάλη κούνια της αυλής. Έτοιμη να τρέξω, αλλά τελευταία στιγμή παραμένω διστακτική και αναποφάσιστη. Σχεδόν μαγνητικά απορροφημένη από μία αδιόρατη έλξη, που καθηλώνει τα πόδια μου να μην ξεκολλήσουν από το νοτισμένο χώμα. Θλιμμένη γι’ αυτή μου την ανεπάρκεια. Με μία ανεξήγητη αγωνία, καλά κρυμμένη στις κόγχες των ματιών – μονίμως συνοφρυωμένη, όπως ο κ. Ρίτσαρντσον θα σχολίαζε δηκτικά τη στάση της μικρότερης κόρης του.

Κι εγώ να στέκομαι σαν τον δρομέα στην αφετηρία της διαδρομής, ακριβώς τη στιγμή που εκτινάσσεται για την κούρσα, που ίσως να μην έγινε και ποτέ. Μία δωδεκάχρονη δρομέας μικρών αποστάσεων, λίγο μπροστά από το παλιό, κόκκινο Corolla του μπαμπά. Είκοσι ολόκληρα χρόνια αυτοκίνητο, άπειρα τα χιλιόμετρα ∙ παντού μαζί, μπροστά οι δυο τους, πίσω εγώ και η Kathrin. Δύο διαφορετικοί πλανήτες, όπως συνήθιζε να λέει ο μπαμπάς. Πειθαρχημένη και υπάκουη, αυτή – φευγάτη, ελαφρόμυαλη και ανυπόταχτη εγώ.

Με ξαναβλέπω μετά από τριάντα χρόνια να κινούμαι προς το φακό του μπαμπά, μονίμως θλιμμένη και αγέλαστη…

«Γέλα, παιδί μου, στο φακό. Πες cheese! Τι σόι αγέλαστο πλάσμα είσαι εσύ; Πού τρέχει το μυαλό σου και πάλι;»

Ο αντίλαλος της ίδιας πατρικής ερώτησης: «Πού τρέχει το μυαλό σου και πάλι;…» Η ίδια ατάκα, ένα κολλημένο γραμμόφωνο, να ανακυκλώνει μονότονα την ηχώ της ίδιας αντρικής φωνής. Αυτής που πρώτα ρίζωσε με τον αδιατάρακτο τόνο της, στο μυαλό μου, για να διασπαρθεί έπειτα στο έντερο, πρήζοντας κάθε τόσο τα σωθικά μου. Η φωνή του ατσαλάκωτου κ. Ρίτσαρντσον.

Νιώθω ξανά το πρήξιμο και λίγο πιο πάνω, εκείνο, το γνώριμο πνίξιμο στο λαιμό. Λες και επρόκειτο να γράψουμε διαγώνισμα στη γλώσσα και εγώ δεν είμαι για μία ακόμη φορά, καλά προετοιμασμένη. Σμπαραλιασμένη αλλά κυρίως απροετοίμαστη για τη φωνή, που θα διαπερνούσε με το γνώριμο κραδασμό της, όλο το έντερό μου. Ο κ. Ρίτσαρντσον να γκρινιάζει και πάλι για την ανεπαρκή επιμέλεια της κόρης του. Και εγώ να μην μπορώ να τον πείσω να μην ασχολείται με τις ίδιες κοινότυπες μπούρδες, κάθε πρωί, πριν πάω στο σχολείο.

Κατευθύνομαι στο pc. Ανοίγω τη λάμπα. Λίγο πριν πέσει η νύχτα. Όπως εκείνο το απόγευμα, πριν τριάντα χρόνια.

Το λυκόφως απλώνεται πάνω στα  γαλήνια νερά. Οι δύο γονείς, μαζί με την υπάκουη μεγαλύτερη αδελφή μου, κλεισμένοι μέσα στο φρεσκοβαμμένο, άσπρο εξοχικό.

Μία δωδεκάχρονη ξανθή κοπελίτσα βγαίνει στην αυλή. Μία ανεξήγητη δύναμη την ωθεί να τρέξει. Να φύγει μακριά, να ελευθερωθεί. Μία δύναμη που αναβλύζει μέσα από τα σπλάχνα της. Στο ίδιο περίπου σημείο, που κάποιοι σοφοί συνηθίζουν να λένε πως πάλλεται ο δεύτερος εγκέφαλος του ανθρώπου.

Αγγίζω τα πλήκτρα. Η φωνή ακούγεται σε γ’ πρόσωπο: «Στην περίπτωση της οικογένειας κ. Ρίτσαρντσον, ο χρόνος ήταν μία χαμένη υπόθεση…»

Γιάννης Δημογιάννης
  • Το διήγημα γράφτηκε σαν εξαμηνιαία εργασία στο μεταπτυχιακό της Δημιουργικής γραφής στο ΕΑΠ
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply