Τραγούδησε τους μόχθους του λαού του, από τον οποίο κι ο ίδιος αναδείχθηκε, με ένα τεράστιο έργο, που σημαδεύτηκε από τις κοσμογονικές περιπέτειες του πρώτου τρίτου του 20ου αιώνα. Αν και από νωρίς συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα, δίστασε αρχικά να συνταχθεί με την Οκτωμβριανή Επανάσταση, αργότερα ωστόσο εξελίχθηκε στο κατεξοχήν λογοτεχνικό “πρόσωπο” της ΕΣΣΔ εντός κι εκτός χώρας.

Κατιούσα

O Μαξίμ Γκόρκι υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της σοβιετικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο οποίος περιέγραψε με απλό τρόπο τις εμπειρίες των απλών λαϊκών ανθρώπων, από τα σπλάχνα των οποίων προερχόταν κι ο ίδιος.

Γεννήθηκε στις 28 Μάρτη 1868 ως Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ, ως γιος ξυλουργού στο Νίζνι Νόβγκοροντ. Μετά το θάνατο του πατέρα του το 1873 μεγάλωσε με τον παππού του, ιδιοκτήτη βαφείου, ενώ σύντομα έχασε και τη μητέρα του από φυματίωση. Μετά το θάνατό της, ο παππούς του τον σταμάτησε από το σχολείο και τον έβαλε να δουλέψει. Τα επόμενα χρόνια άσκησε διάφορες δουλειές, από λαντζέρης μέχρι λιμενεργάτης και πολλά ακόμα. Το 1884 προσπάθησε να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο του Καζάν χωρίς επιτυχία, την ίδια εποχή ωστόσο ξεκινά η επαφή του με μαρξιστικούς κύκλους, και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνεται για πρώτη φορά, ευρισκόμενος από το 1888 υπό σχεδόν συνεχή αστυνομική επιτήρηση. Το 1887 η ματαίωση των σχεδίων του καθώς και μια σειρά γεγονότων στην προσωπική του ζωή τον οδήγησαν σε απόπειρα αυτοκτονίας. Περιδιαβαίνοντας τη Ρωσία προς εύρεση εργασίας, έκανε και την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα με το διήγημα “Μακάρ Τσούντρα”, με το ψευδώνυμο Γκόρκι, που σημαίνει πικρός. Παρά το ψευδώνυμό του, τα πρώτα του διηγήματα έχουν γενικά αισιόδοξο τόνο, ωστόσο το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των έργων αυτών είναι πως ανήκουν στα πρώτα της ρωσικής λογοτεχνίας που πραγματεύονται την τύχη της εργατικής τάξης.

Από το 1899 εγκαθίσταται στην τότε Αγία Πετρούπολη κι αποκτά στενές σχέσεις με το εργατικό κίνημα, ενώ προσεγγίζει και το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας. Την ίδια εποχή συναναστρέφεται φιλικά τους σπουδαίους συγγραφείς Άντον Τσέχοφ και Λέων Τολστόι, ενώ το 1900 ιδρύει τον εκδοτικό οίκο “Γνώση”. Ξανασυλλαμβάνεται το 1901 εξαιτίας της δημοσίευσης του επαναστατικού ποιήματος “Το τραγούδι του πουλιού της καταιγίδας”, απελευθερώνεται ωστόσο καθώς άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής, κυρίως χάρη στα δράματά του, όπως “Μικροαστοί” και “Νυχτερινό Άσυλο”, με την επανάσταση να κυριαρχεί στη θεματολογία του. Γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών την ίδια χρονιά, ωστόσο η εκλογή του αναιρείται ένα χρόνο αργότερα για πολιτικούς λόγους.

Κατά τη διαμάχη στους κόλπους τους Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, χωρίς να γίνει μέλος, τάσσεται με την μπολσεβικική πτέρυγα. Έναν χρόνο αργότερα γνωρίζεται με το Λένιν, τον “άνθρωπο που αγάπησε περισσότερο από όλους”, όπως έγραφε ο ίδιος μετά το θάνατο του μεγάλου επαναστάτη. Συμμετέχοντας στα επαναστατικά γεγονότα εκείνης της χρονιάς συλλαμβάνεται εκ νέου, αφήνεται ωστόσο ελεύθερος μετά από διεθνή εκστρατεία αλληλεγγύης. Το 1906 οι μπολσεβίκοι του αναθέτουν να ταξιδέψει στις ΗΠΑ για να αντλήσει υλική και ηθική στήριξη για την επανάσταση. Εκεί γράφει το θρυλικό μυθιστόρημα “Μάνα”, ένα πραγματικό αρχέτυπο της προλεταριακής λογοτεχνίας. Οι εντυπώσεις του στις ΗΠΑ καταγράφονται στο έργο “Η πόλη του κίτρινου διαβόλου”, αναφερόμενος στη Νέα Υόρκη. Μη μπορώντας να επιστρέψει στη Ρωσία λόγω της πολιτικής του δράσης, περνάει τα έτη 1906-1913 στο Κάπρι. Επιστρέφει το 1913 στη Ρωσία μετά τη χορήγηση αμνηστίας, ενώ εκείνη την περίοδο ξεκινά και η συγγραφή της σπουδαίας αυτοβιογραφικής του τριλογίας, που ολοκληρώθηκε το 1923, με τα έργα “Παιδικά χρόνια”, “Στα ξένα χέρια” και “Τα πανεπιστήμιά μου”.

Έχοντας ήδη διαφωνήσει με το Λένιν πάνω σε ζητήματα συνδυασμού θρησκείας και μαρξισμού πριν τον πόλεμο, έρχεται σε σοβαρή πολιτική σύγκρουση μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, την οποία θεωρούσε ανώριμη, πιστεύοντας ότι οι εργάτες δεν είχαν αποκτήσει ακόμα το απαιτούμενο επίπεδο συνείδησης. Στο περιοδικό του “Νέα Ζωή”, ασκούσε πολεμική κατά της Πράβντα, ενώ στηλίτευε αυτό που θεωρούσε “νόμο του Λυντς” και “δηλητήριο της εξουσίας”. Δημοσίευσε επίσης το κείμενο “Ανεπίκαιρες σκέψεις για την Τέχνη και την Επανάσταση”, όπου εξέφραζε φόβους για κατάπτωση του πολιτιστικού επιπέδου μετά την Επανάσταση. Αν και το 1918 το περιοδικό του απαγορεύτηκε, ο Λένιν γενικά δεν αντιμετώπισε με κατασταλτικά μέσα τον Γκόρκι, αλλά  τον παρότρυνε να πάει σε σανατόριο στο εξωτερικό για να αντιμετωπίσει τη φυματίωση που τον βασάνιζε.

Πράγματι ο Γκόρκι πέρασε τα επόμενα χρόνια στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία και μετέπειτα στην Ιταλία, ενώ τη διαβίωσή του χρηματοδοτούσε η σοβιετική εμπορική αποστολή στη Γερμανία. Στις 22 Οκτώβρη 1927 η Ακαδημία της ΕΣΣΔ αποφασίζει να αναγνωρίσει τον Γκόρκι ως προλεταριακό συγγραφέα, ωθώντας τον να γυρίσει πίσω στη Σοβιετική Ένωση, που τον επιδαψίλευσε με πολλές τιμές, μεταξύ των οποίων και την εκλογή του στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Τα 60χρονά του γιορτάστηκαν με λαμπρότητα και πολλά ιδρύματα, όπως το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της πόλης έλαβαν το όνομά του. Το 1932 η γενέτειρά του μετονομάστηκε σε Γκόρκι, ενώ ο συγγραφέας ίδρυσε το περιοδικό “Σοβιετική Ένωση”.

Ο ίδιος ομολόγησε πως είχε πλανηθεί για το χαρακτήρα της Οχτωβριανής Επανάστασης και ταξίδεψε σε όλη τη χώρα εκθειάζοντας τα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, κάτι που του επέφερε πολλή κριτική από όσους στη Δύση είχαν συνηθίσει να τον θεωρούν “ανεξάρτητο πνεύμα”. Με την ίδρυση του Συνδέσμου Συγγραφέων της ΕΣΣΔ το 1934 ο Γκόρκι εκλέγεται πρώτος πρόεδρος του οργανισμού.  Πρωταγωνίστησε την ίδια χρονιά στο πρώτο Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, που θεωρείται συνήθως η ληξιαρχική πράξη γέννησης του ρεύματος του “σοσιαλιστικού ρεαλισμού”, το οποίο πρωταγωνίστησε στη σοβιετική καλλιτεχνική δημιουργία τις επόμενες δεκαετίες. Ρεύμα συκοφαντημένο πολλαπλά από τους αντιπάλους της ΕΣΣΔ, το οποίο όμως επίσης σταδιακά έχασε την ορμή του κι εντός χώρας, μετατρεπόμενο σε όχημα, όχι επαναστατικής διαπαιδαγώγησης, όπως επιθυμούσαν οι επνευστές του, αλλά σε αποστεωμένο κονφορμισμό.  Ο Μαξίμ Γκόρκι έφυγε από τη ζωή δυο χρόνια αργότερα στις 18 Ιούνη 1936. Αν κι εκείνη την εποχή διατυπώθηκαν διάφορες υποψίες για τις συνθήκες θανάτου του, σήμερα επικρατεί η άποψη πως επήλθε από φυσικά αίτια, καθώς η υγεία του συγγραφέα ήταν από καιρό κλονισμένη.

Ο Στάλιν κι ο Μολότοφ ανήκαν σε αυτούς που έφεραν το φέρετρό του στην πάνδημη κηδεία του. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η γενέτειρά του επέστρεψε στο προεπαναστατικό της όνομα, ενώ το διασημότερο μέρος που εξακολουθεί να λέγεται έτσι δεν είναι βέβαια άλλο από το Πάρκο Γκόρκι, το οποίο κατά μία ειρωνεία της ιστορίας έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στον εισαγωγικό στίχο του  κατεξοχήν ύμνου της αντεπαναστάσης των Σκόρπιονς: I follow the Moskva
Down to Gorky Park/Listening to the wind of change…

πηγή, φωτογραφία:
το αφιέρωμα αλιεύτηκε από εδώ:
http://www.katiousa.gr/logotechnia/maksim-gkorki-plousia-drasi-ki-oi-talantefseis-enos-proletariou-syngrafea/

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply