Με βάφτισαν Οδυσσέα

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Με βάφτισαν ΟδυσσέαΜε βάφτισαν ΟδυσσέαΔημήτρης Μπούρας – από τις διαδρομές στην Οδησσό

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Όχι του βασιλέα, αλλά του αδελφού της μάνας μου

– πέθανε, είπαν, φυματικός σ’ ένα ποτάμι, νύχτα

Γι’ αυτό και οι λέξεις μου κουβαλούσαν ανέκαθεν ποταμίσιες πέτρες κι υγρασία

για όσα δεν πρόλαβε αυτός να ταξιδέψει

Ήταν, βλέπεις, που οι περισσότεροι μουρμούριζαν

πως το όνομα μπορεί και να έβγαινε σημαδιακό.

Από τότε, πέντε φορές πηγαινοήλθα Ιθάκη Τροία και λίγο πριν φτάσω στο νησί

πάντοτε επέστρεφα στην εξορία των Αχρείων

Ποτέ μου δεν κατάλαβα, Πηνελόπη, ποιος σκαρφίστηκε τούτο το ναύλο

Ποιες άρρωστες ψυχές με υποθήκευσαν, ποιοι πείραξαν την πυξίδα

Ποιοι όρισαν τα ρήτρα, τον αφέντη, τον πιστό ή τον προδότη

Απλά, πενήντα τόσα χρόνια κι ακόμη μαραγκιάζω εξόριστος από το σπίτι μας

Με αγέννητο το παιδί και προδομένα τ’ όνειρά μας

Με την ψυχή μου ανέστια, να ξεχρεώνει υποθήκες ξένων.

Κι όμως τους πίστεψα, Πηνελόπη

Μπες – μου είπαν – στο σκαρί, αρκεί που ξέρουμε εμείς

Τράβα κουπί, τον Αγαμέμνονα υπάκουε, ασ’ τα κρεβάτια και τους όρκους της παντρειάς

Κι ο χρόνος κατάντησε μία συναλλαγή

Κι απέμεινα να βολοδέρνω μακριά σου

Με βάφτισαν Οδυσσέα

Δημήτρης Μπούρας – Διαδρομές στην Οδησσό

Τώρα, δίπλα στα βότσαλα της θάλασσας συλλογιέμαι τι απέμεινε

Αν άραγε με αναγνωρίσεις όπως με έσκαψε η αρμύρα

Αν θα χωρέσεις τη λιγοσύνη ενός βασιλιά φυματικού.

Στις αμμουδιές όμως του Πρίαμου,

λίγα πια σώθηκαν απ’ όσα πίστεψε η αγάπη σου

Η θάλασσα διάβρωσε τα κυπαρίσσια που κάποτε άγγιξες

Τα λόγια μου αποδείχθηκαν σκιές. Κατάντησα κι εγώ ένας μνηστήρας.

Στις όχθες της Τροίας, γυρνώ την κλεψύδρα ανάστροφα κι ορίζω αναπότρεπτο χρησμό

Μην καταδέχεσαι κανέναν όρκο να κρατήσεις

Παρ’ το παιδί μας και άφησε μόνο μία ποταμίσια πέτρα μέσα σου

Για να γυρνώ κάθε που δύει ο ήλιος

και να ακουμπώ τη γη σου.

 

Γιάννης Δημογιάννης
Με βάφτισαν Οδυσσέα

Δημήτρης Μπούρας – από τις διαδρομές στην Οδησσό

Συνομιλώντας με τα τοπία του Δημήτρη Μπούρα

Το ποίημα “Με βάφτισαν Οδυσσέα” είναι μία σιωπηλή συνομιλία με άλλα δύο ποιήματα. Το “Λέει η Πηνελόπη” της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ. Το δεύτερο είναι το απόσπασμα Α’ από το “Μυθιστόρημα” του Γιώργου Σεφέρη.

Σε τούτο το νοητό τρίγωνο, η Μυθολογία και οι Μυθικοί ήρωες μετατρέπονται σε συμβολικά αρχέτυπα. Αναπόφευκτα διασταυρώνονται και συνομιλούν με τα βιώματα και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Εξάλλου, η αρχαία τραγωδία – όπως τονίζει και ο Γιώργος Σεφέρης – σχεδόν έχει ριζώσει μες στο κεφάλι μας. Γι’ αυτό και οι ζωές μας μοιάζουν με σχεδίες που βολοδέρνουν σε θάλασσες άγνωστες. Παρασυρμένες σε προορισμούς που ορίστηκαν από ψυχές μαραγκιασμένες. Και ο καθένας μας, ένας Οδυσσέας που πρόδωσε την αγάπη του.

Σε τούτο τον ατελέσφορο Νόστο της επιστροφής, δεν είχα παρά να ανακαλέσω τις εικόνες από τις αφηγηματικές φωτογραφίες του φίλου Δημήτρη Μπούρα. Και αυτό, γιατί ο Δημήτρης, σαν φωτο-δημοσιογράφος με ξεκάθαρο το ανθρωποκεντρικό στίγμα, απαθανατίζει με το φακό του, αυτές ακριβώς τις εικόνες. Διαβλέπει, κατά τη γνώμη μου, τις εικόνες ενός σύγχρονου Οδυσσέα, ο οποίος περιπλανιέται επί ματαίω στη δικιά του χαοτική περιπλάνηση. Δίχως πυξίδα και συντεταγμένες.

Ζήτησα από το Δημήτρη Μπούρα να διαβάσει το ποίημα μου, “Με βάφτισαν Οδυσσέα”, και αυτός μου πρόσφερε κάποιες φωτογραφίες από την αποστολή του στην Οδησσό της Ουκρανίας. Η ταύτιση, για εμένα, είναι ξεκάθαρη. Ο δικός μου σύγχρονος Οδυσσέας μπορεί να βρει τη θέση του, σε κάποια από τα τοπία του Δημήτρη Μπούρα, από την Οδησσό της Ουκρανίας. Άλλη μία πυρπολημένη πόλη στις γειτονιές του κόσμου. Με τους ανθρώπους της να εξακολουθούν να ψάχνουν να ξαναβρούν τα ματαιωμένα όνειρά τους.

Ευχαριστώ θερμά το φίλο Δημήτρη Μπούρα, για την πολύτιμη φωτογραφική του συνδρομή!
Με βάφτισαν Οδυσσέα

Δημήτρης Μπούρας – από τις διαδρομές στην Οδησσό

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply