Με μία φωτογραφία του Χικμέτ

Με μία φωτογραφία του ΧικμέτΚοιτάω τη φωτογραφία σου.

Κουστούμι ατσαλάκωτο. Παντελόνι σιδερωμένο στην πένα, με τσάκιση.  Άσπρο πουκάμισο, για να σετάρει με το μαύρο σου σακάκι – κλασσικός συνδυασμός. Και στο λαιμό, παπιγιόν – αντί γραβάτας – για ν’ αναρωτιέται ο ανυποψίαστος: γαμπρός, ζωγράφος, αριστοκράτης ή μερακλής σπάνιος; Με μία φωτογραφία του Χικμέτ.

Με την πρώτη θέα, η εικόνα σου παρασύρει.
Ποιος να σε έβλεπε, άσχετος με τη ζωή σου, και να μην ήταν σίγουρος πως είσαι εκλεκτός γόνος αστικής οικογένειας;
Με λεφτά παρκαρισμένα στις τράπεζες της Γαλλίας και της Ελβετίας. Με μία φωτογραφία του Χικμέτ.
Με σπουδές σε Γερμανικό πανεπιστήμιο και, ενίοτε, καλλιτεχνικές ανησυχίες.

Ιδίως το τελευταίο.
Η κομψότητα των ρούχων, η επιτηδευμένη κόμμωση, κατά τις επιταγές της μόδας, τα προσεγμένα ακροδάχτυλα.
Όλα προδίδουν εξευγενισμένο αστό, με εμφανείς τις αισθητικές του προτιμήσεις.
Για να μην προχωρήσω στην έκφραση του προσώπου, το διακριτικό μειδίαμα, το μειλίχιο βλέμμα και τέλος, το προσεγμένο στη τρίχα σου μουστάκι.

Κι όμως, η ιστορία σου, άλλα έγραψε. 
Ούτε είναι βέβαια τυχαίο πως στην εμφάνιση, τη φινέτσα και τη λεπτότητα έμοιαζες τόσο, με κάποιον συνομήλικο, φίλο και σύντροφό σου. Στη ζωή, την ιδεολογία, τα οράματα μιας άλλης εποχής.
Γιατί και ο Γιάννης Ρίτσος, το ίδιο κοκέτης με εσένα ήταν. Την ίδια εκλεπτυσμένη φυσιογνωμία – τους ίδιους αστικούς τρόπους, θα έλεγες, προδίδει η φωτογραφία του.
Κι όμως, και οι δυο σας ήσασταν από την ίδια σπάνια φουρνιά: δύο πούροι Δον Κιχώτες, κομμουνιστές, σπάνιας κοπής.Με την ίδια αταλάντευτη πίστη.
Με την ίδια ρομαντική φλόγα, τους ίδιους αγώνες, τις ίδιες εξορίες.
Μόνο που εσύ μέτρησες το δικό σου μπόι, στα κελιά της Τουρκίας, ενώ ο Γιάννης στη θάλασσα του Αιγαίου.

Και ποιος αληθινά ξέρει, ποιος από τους δυο σας ήταν ο πιο τυχερός;
Ποια κάγκελα κράτησαν περισσότερα αποτυπώματα και αίμα από τους δύο;
Ποια χρόνια μέτρησαν πιο βαριά;
Αν τα δικά του τα πνευμόνια ή η δικιά σου καρδιά ρούφηξε περισσότερο πόνο.

Άλλες εποχές, άλλα μέταλλα. Και στις ψυχές, και στα κελιά.

Κι όμως εσύ, όπως και αυτός, παραμείνατε αταλάντευτα δεμένοι στο κατάρτι. Να γράφετε και οι δύο σας, στίχους, για να ταξιδεύουνε οι άνθρωποι. Στίχους όμως, που να στηρίζουν και το δικό σας το μυαλό, να μη λυγίσει. Για να μη προδοθεί αυτό που έθρεψε τα όνειρά σας.Σαν σήμερα, γεννήθηκες στη Σαλλονίκη, Ναζίμ. Στα 60 και κάτι χρόνια της ζωής σου, η καρδιά σου ψιθύριζε μονάχα έναν καημό και μόνον έναν μικρόκοσμο:

“Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.”
Γιάννης Δημογιάννης
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

1 Σχόλιο

  1. Pingback: Ναζίμ Χικμέτ ο ανυπόταχτος ποιητής - Επιμύθιο | Ιστοροές Πολιτισμού

Leave A Reply