Ο έρωτας στα χρόνια της χολέραςΟ έρωτας στα χρόνια της χολέρας

Δεν πρέπει να πεθάνετε χωρίς να έχετε γνωρίσει το θαύμα του να κάνετε αληθινό έρωτα. Ο πιο ξεχωριστός έρωτας στην ιστορία της λογοτεχνίας γράφτηκε από τον κορυφαίο Νομπελίστα συγγραφέα, ο οποίος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1927. Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας

“Όταν γνωρίσεις αυτόν που ψάχνεις, θα είσαι σίγουρος ότι θα σε αγαπήσει για αυτό που είσαι…” έλεγε ο  κορυφαίος Νομπελίστας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Όποιος έχει μελετήσει  έργα του, δεν υπάρχει περίπτωση να μη διαπιστώσει την σπάνια ευαισθησία αυτού του ανθρώπου και ότι ήξερε πολύ καλά πως “οι ήρωες `πεθαίνουν` από αγάπη”…

Το ίσως πιο βαθιά τρυφερό βιβλίο του, για εμένα, είναι το  αριστούργημα : “Έρωτας στα χρόνια της χολέρας”. Εκδόθηκε το 1985, και δικαίως γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που το κατατάσσουν ως το δεύτερο αριστούργημά του μετά το “Εκατό χρόνια μοναξιάς” και ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία του 20ου αιώνα.

Όπως και πολλά άλλα λογοτεχνικά αριστουργήματα, έτσι κι αυτό μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Σε σκηνοθεσία Μάικ Νιούελ με τους: Χαβιέ Μπαρδέμ, Τζοβάνα Μετζοτζιόρνο, Μπέντζαμιν Μπρατ.

Η σπάνια γοητεία ενός έρωτα

Η συγκεκριμένη ιστορία αγάπης – που κέρδισε μια θέση στο πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας- έχει πραγματικά κάτι το ξεχωριστό, το σπάνιο που δύσκολα το συναντάς- ειδικά τη σημερινή εποχή. Ένας άντρας περιμένει καρτερικά, υπομονετικά τον πρώτο του έρωτα… 51 χρόνια 9 μήνες και 4 ημέρες όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος. Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

Ο Μαρκές προτιμά να ξεκινήσει από το παρόν για να ανατρέξει αργότερα στο παρελθόν. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ο Χουβενάλ Ουρμπίνο κι η Φερμίνα Δάσα που ζει στη μακρινή Κολομβία είναι οι κεντρικοί ήρωες. Πρόκειται για ένα καθημερινό ζευγάρι, με τα καθημερινά καβγαδάκια, προβλήματα και όλα εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν αυτομάτως συμπαθές και προσιτό στον μέσο αναγνώστη. Το ζευγάρι της διπλανής πόρτας… Ένα αναπάντεχο γεγονός, όμως, ο θάνατος του άντρα, ανατρέπει  την τακτοποιημένη εικόνα του ηλικιωμένου ζευγαριού. Ένας άλλος άντρας μπαίνει ξαφνικά στη ζωή της χήρας Δάσα. Ο Φλορεντίνο Αρίσα. Ένας άντρας από το παρελθόν που περίμενε με απίστευτη υπομονή τον πρώτο του έρωτα.

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας

Φλορεντίνο και Φερμίνα

Αφορμή για τη δημιουργία αυτής της γνωριμίας και του έρωτα που προέκυψε ανάμεσα στους δύο τότε νέους- Φερμίνα Δάσα και Φλορεντίνο Αρίσα- ήταν ένα τηλεγράφημα. Ο νεαρός Φλορεντίνο που εργαζόταν στο τηλεγραφείο έπρεπε να μεταφέρει ένα τηλεγράφημα στο σπίτι του κυρίου Δάσα τον οποίο δεν γνώριζε. Φεύγοντας από το σπίτι του Λορένσο Δάσα βλέπει ένα νεαρό κορίτσι να μαθαίνει ανάγνωση στη θεία της.  Είναι η γυναίκα που πρόσφερε τη βοήθεια της στην άνθιση αυτού του έρωτα. Τότε το κορίτσι διαισθανόταν ότι κάποιος υπήρχε στο χώρο κι έτσι σήκωσε τα μάτια του. Το βλέμμα της  Φερμίνα συναντήθηκε με του Φλορεντίνο.

Το αποτέλεσμα; Ο νεαρός Φλορεντίνο την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Αποφασίζει να της στείλει ένα γράμμα όπου θα της εξομολογείται τον έρωτά του για εκείνη. Έναν έρωτα με την πρώτη ματιά. Αρχικά ήταν διστακτικός. Στη συνέχεια, όμως, αποφασίζει να το στείλει. Το πρόβλημα όμως ήταν το πώς θα λάμβανε η νεαρή Φερμίνα το γράμμα αυτό.

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας

Η ατυχία και ο ρόλος του πατέρα

Μια μέρα πηγαίνει στο σπίτι και της το δίνει. Η Φερμίνα δεν απαντά αμέσως κι ο Φλορεντίνο “τρελαίνεται” από την αγωνία του. Τελικά του απαντά κι έτσι ξεκινά μια όμορφη αλληλογραφία μεταξύ των δύο ερωτευμένων. Η θεία Εσκολάστικα παίζει καταλυτικό ρόλο καθώς προσπαθεί με κάθε τρόπο να συγκαλύψει τους δύο νέους. Όμως κάποια στιγμή το ειδύλλιο το αντιλαμβάνεται ο πατέρας της Φερμίνα. Ο πρώτος στόχος της οργής του είναι η θεία της κοπέλας, την οποία απομακρύνει. Φοβούμενος για την κατάληξη αυτού του δυνατού έρωτα, αποφασίζει να απομακρύνει και τον “αμφιβόλου διαγωγής” νέο από τη ζωή της μονάκριβης κόρης του.

Στην αρχή συζητά με τον Φλορεντίνο καταλήγοντας να τον απειλήσει ότι θα τον σκοτώσει. Βλέποντας όμως πως αυτό δεν έχει αποτέλεσμα, μετακομίζει με τη μοναχοκόρη του. Παρά την απόσταση, το ερωτευμένο ζευγάρι καταφέρνει να ξεπεράσει τα διάφορα εμπόδια κι εξακολουθεί να αλληλογραφεί. Αφού έχει περάσει ενάμιση χρόνος, ο Λορένσο Δάσα κρίνει πως έχει έρθει ο καιρός να επιστρέψουν. Ο Φλορεντίνο συνεχίζει να πολιορκεί ερωτικά τη Φερμίνα, η οποία όμως του ζητά να χωρίσουν. Κι έτσι άδοξα χωρίζει το ζευγάρι. Περνάνε τα χρόνια. Η Φερμίνα γνωρίζει τον ευγενικής καταγωγής γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο και ο Φλορεντίνο αποφασίζει να μπαρκάρει. Η Φερμίνα και ο γιατρός παντρεύονται και δημιουργούν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ο Φλορεντίνο εξακολουθεί να περιμένει τη Φερμίνα, έχοντας περιστασιακές σχέσεις. Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

Ένας έρωτας που ρίζωσε ισόβια

Ο Φλορεντίνο δεν είναι πια ένας φτωχός νέος, αλλά ανεβαίνει στην ιεραρχία της εταιρείας με ποταμόπλοια του θείου, μέχρι που η εταιρεία περνάει εξ ολοκλήρου στα χέρια του. Παράλληλα, έχοντας άσβηστη την επιθυμία για την πρώτη του αγάπη, βοηθάει ανθρώπους να εκφράσουν τον έρωτά τους, γράφοντας ερωτικά γράμματα και ποιήματα.  Όταν ο γιατρός πεθαίνει, ο Αρίσα θα κάνει την ύστατη προσπάθεια για να κερδίσει την Φερμίνα Δάσα. Έχουν φτάσει και οι δύο πια σε μεγάλη ηλικία, όμως η επιθυμία του Αρίσα και η μοναξιά της Δάσα κάνουν την επικοινωνία τους πιο συχνή. Αποφασίζουν να πάνε ένα ταξίδι με πλοίο. Εκεί είναι  όπου θα ολοκληρωθεί ο έρωτάς τους, για πρώτη φορά μετά από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 ημέρες.

Μια ιδιαίτερα συγκινητική και τρυφερή ιστορία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ αλλά βρήκαν πολλά εμπόδια για να ζήσουν τον έρωτά τους. Ένας άντρας, ο Φλορεντίνο που δεν ξεπέρασε ποτέ τη γυναίκα που αγάπησε.  Κι εκείνη, η Φερμίνα κάποτε αποφασίζει πως πρέπει να ακολουθήσει το μεγάλο της έρωτα στο λίγο χρόνο ζωής που της μένει.

Εκατό χρόνια μοναξιάς

Ο πρωτότυπος τίτλος του είναι Cien anos de Soledad… Που στην ελληνική γλώσσα σημαίνει “Εκατό χρόνια μοναξιάς”. Τί να πρωτογράψει κανείς για το σπουδαίο  μυθιστόρημα του  βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Κολομβιανού συγγραφέα,  Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, ο οποίος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1927. Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του “μαγικού ρεαλισμού” και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας των εκπληκτικών κλασικών έργων “Εκατό Χρόνια Μοναξιά” και “Ο Έρωτας στα χρόνια της Χολέρας”.

Κομμουνιστής και φίλος του Φιντέλ Κάστρο, στήριξε αριστερά καθεστώτα – που ήταν ενάντια στην Αμερική- και γι’αυτό το λόγο του απαγορεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα η είσοδός του στις ΗΠΑ.

Το 1982 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας “για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε ένα πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου.”

Το βιβλίο “Εκατό Χρόνια Μοναξιάς” είναι ένα από τα ωραιότερα βιβλία που έχω διαβάσει και αποτελεί για εμένα κάτι σαν “ψηφιδωτό μοναξιάς”.  Δεν αναφέρεται στη μοναξιά σε προσωπικό επίπεδο, αλλά σφαιρικά , με έναν πραγματικά ιδιαίτερο τρόπο που ίσως μόνο ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκες θα μπορούσε να γράψει…

O Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές έχοντας το βιβλίο, “Εκατό χρόνια μοναξιάς”  στο κεφάλι…

Ο τρόπος που περιγράφει τη κοινωνία της Λατινικής Αμερικής μέσα από τη φτώχεια,  την αγάπη και τη μιζέρια είναι απλά εκπληκτικός.

Η εναλλαγή εικόνων μεταξύ της πραγματικότητας και του ρεαλισμού είναι ευρηματική.

“Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον είχε πάει να γνωρίσει τον πάγο. Το Μακόντο ήταν τότε ένα χωριό με είκοσι σπίτια από πηλό και καλάμια, χτισμένα στην όχθη ενός ποταμού με διάφανα νερά, που κυλούσαν σε μια κοίτη με λείες πέτρες, άσπρες και τεράστιες σαν προϊστορικά αβγά. Ο κόσμος ήταν τόσο νεόπλαστος ώστε πολλά πράγματα δεν είχαν όνομα και για να τα αναφέρεις έπρεπε να δείξεις με το δάχτυλο.

Κάθε χρόνο, το Μάρτη, μια οικογένεια κουρελιάρηδων τσιγγάνων, έστηνε τη σκηνή της κοντά στο χωριό και με μεγάλη φασαρία, με σφυρίχτρες και νταούλια, επιδεικνύει τις καινούριες εφευρέσεις…”

Είναι ένα απόσπασμα από την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, του αριστουργηματικού έργου που καθιέρωσε τον όρο “μαγικός ρεαλισμός”.

Οι ήρωες της ιδιαίτερης αυτής ιστορίας επτά γενεών της οικογένειας Μπουενδία, η οποία βαρύνεται από μια μακρινή προφητεία. Είναι καταδικασμένη σε εκατό χρόνια μοναξιάς εξαιτίας της αιμομιξίας που έγινε ανάμεσα σε δύο μέλη της.

Ο αφηγητής περιγράφει δίαφορες παράξενες και φανταστικές ιστορίες από τη ζωή του καθενός.

Εδώ, παρατηρεί κανείς, αρκετά στοιχεία τόσο του παραλόγου όσο και του παραμυθιού.

Το “Εκατό Χρόνια Μοναξιά” αποτελεί θεματικά μια ενότητα μαζί με τρία άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα- που είχε γράψει στο παρελθόν- και με δύο από τις συλλογές διηγημάτων. Σε αυτό το βιβλίο, συνεχίζονται και ολοκληρωνονται οι προηγούμενες ιστορίες.

Εδώ ολοκληρώνεται το δράμα του Συνταγματάρχη που δεν έχει κανέναν να του γράψει. Τον συναντούμε σε νεαρή ηλικία, να παραδίδει την περιουσία του επαναστατικού στρατού, παίρνοντας την απόδειξη από το χέρι του ίδιου του συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία. Γνωρίζουμε  πώς τελειώνει  η ιστορία από τα Ανεμοσκορπίσματα. Επίσης, βλέπουμε τους ήρωες της Κακιάς Ώρας ζουν και πάλι στο πρόσωπο του Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία. Η Αθώα Ερέντιρα μαζί με την άσπλαχνοι γιαγιά της, κάνουν ένα πέρασμα από εδώ…Μας δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσουμε τη μοναξιά της εξουσίας, του μίσους,  του πολέμου και πως οι λαοί που καταδικάστηκαν “σε εκατό χρόνια μοναξιάς, δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη”.

Ο ίδιος ο συγγραφέας στο λόγο που έβγαλε στην απονομή του βραβείου Νόμπελ, μίλησε για τη μοναξιά της Λατινικής Αμερικής και ζήτησε από τ` ανεπτυγμένα κράτη να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σ`εκείνους τους λαούς, ιδιαίτερα σήμερα  που αγωνίζονται για την πολιτική τους αυτονομία.

Ένα βιβλίο που αξίζει όλοι να διαβάσουν…

Αποφθέγματα

Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους.

Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου.

Είχε πάει στον άλλο κόσμο, αλλά γύρισε γιατί δεν άντεξε την μοναξιά.

Έφτασε να υποκρίνεται με τόση αληθοφάνεια, ώστε κατέληξε να παρηγορείται με τα ίδια της τα ψέματα.

Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή, και γι` αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε , όταν απήγγειλαν την καταδίκη ( σε θάνατο), δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία.

Το μυστικό για τα καλά γηρατειά δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τίμια συμφωνία με τη μοναξιά.

Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί.

Ο άλλος πόλεμος , ο αιματοκυλισμένος είκοσι χρόνια, δεν τους είχε στοιχίσει τόσο όσο ο διαβρωτικός πόλεμος των αιώνιων αναβολών.

Είχε φύγει μακριά της, προσπαθώντας να τη βγάλει από το μυαλό του, όχι μόνο με την απόσταση, αλλά και με μια απερίσκεπτη ορμή, που οι σύντροφοι του έπαιρναν για τόλμη. Αλλά όσο περισσότερο βούταγε την εικόνα της στη λάσπη του πολέμου τόσο περισσότερο ο πόλεμος έμοιαζε με την Αμαράντα. Έτσι, είχε βασανιστεί στην εξορία, ψάχνοντας να βρεί τρόπο να τη σκοτώσει με τον ίδιο το θάνατο του.

Έσκαψε τόσο βαθιά στα αισθήματα του και αναζητώντας το συμφέρον, συνάντησε τον έρωτα, γιατί προσπαθώντας να την κάνει να τον αγαπήσει, κατέληξε να την αγαπήσει αυτός.

Τη συνάντησε στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά.

Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σ` εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει ν` αγαπήσει το χειρότερο εχθρό του.

πηγή: www.klik.gr

το κείμενο υπάρχει εδώ:
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply

Contact Us