Ο παππούς μου ο Κωστής

Ο παππούς μου ο Κωστής

Όταν είχα έρθει στην Πάτρα, επτάχρονος μετανάστης από την Κέρκυρα, το πρώτο μας σπίτι ήταν στη γειτονιά του Αγίου Διονυσίου. Γειτονιά που έκτοτε ποτέ δεν ξέχασα, ούτε καν ξεπέρασα. Ακόμη κι αν αργότερα πιάσαμε άλλα μεγαλύτερα και ανετότερα σπίτια, σύμφωνα πάντα με τα κριτήρια του κόσμου. Ο παππούς μου ο Κωστής.
Δύο δρόμους παραπάνω από την πολυκατοικία μας, ήταν η μικρή συνοικιακή πλατεία Νόρμαν.

Το περίεργο, βέβαια, με τούτη την πλατεία ήταν ότι είχε στο κέντρο της, ένα ογκώδες, επιβλητικό, ορειχάλκινο άγαλμα. Γιγάντιο – όπως το εκτιμούσαν τα παιδικά μου μάτια – σε σύγκριση μ’ έναν τόσο περιορισμένο χώρο… Περίπου λες και το άγαλμα κατάπινε ό,τι το περιέβαλε.
Είναι, βλέπεις, που στην πλατεία Νόρμαν πήγαινα συχνά, για να παίξω και να ξεσκάσω από το διάβασμα. Οπότε, ήθελα δεν ήθελα, βρισκόμουν μπροστά στον επιβλητικό όγκο. Γιατί, όταν παρατηρούμε σαν παιδιά τον κόσμο, αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά, τα μεγέθη και τη σημασία των πραγμάτων. Γι’ αυτό και δεν ήταν λίγες οι φορές, που σχεδόν κολλούσα, λες και αυτός ο άψυχος γίγαντας μού ασκούσε έναν ανεξήγητο μαγνητισμό.

Αν τώρα πρέπει να εξηγήσω την αιτία εκείνης της σπάνιας, παιδικής έλξης, αυτή πιθανότατα οφειλόταν στην έκφραση του προσώπου. Και περισσότερο, ίσως, στην ένταση του μετώπου και ιδίως των ματιών, τα οποία βυθίζονταν στη σπηλιά που σχημάτιζαν οι κόγχες των φρυδιών του. Δύο σπηλιές, σχεδόν σφηνωμένες στο κέντρο του κρανίου. Θαρρείς και αυτές μονάχα ξεχώριζαν από το υπόλοιπο κεφάλι.
Πάντως, αυτό το άγαλμα ήταν το δίχως άλλο, πολύ ζωντανό.

Μέχρι του σημείου, που φαντασιωνόμουν ότι ο ταλαντούχος γλύπτης είχε έρθει μία μέρα συνωμοτικά, στάθηκε αθόρυβα πίσω από την πολυθρόνα, και χωρίς κανείς να το υποψιαστεί – την ώρα που ο παππούς βρισκόταν μετέωρος ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο – άφησε να χυθεί πάνω του, ένα μεγάλο καζάνι χαλκού. Εννοείται, δίχως το μετέπειτα άγαλμα καν να προλάβει να νιώσει ή να αντιδράσει.

Από την άλλη, για να λέω την πάσα αλήθεια, το άγαλμα μού φάνταζε πως αρκούσε, ώστε να καθίσουν αναπαυτικά πάνω του και σχεδόν να χαθούν στη χάλκινη αγκαλιά του, ίσα με τρία πιτσιρίκια, χαλαρά.
Η σκέψη, βέβαια, που με συνέφερε περισσότερο, ήταν πως εγώ ήμουν, τάχατες, ο πιο τυχερός. Και δίχως την παραμικρή αμφιβολία, ο αγαπημένος του. Οπότε και εγώ με τη φαντασία μου, κάθε που είχα την ανάγκη να βρω ένα καταφύγιο στην πολυθρόνα ενός παππού, συχνά στο χάλκινο άγαλμα αναζητούσα παρηγοριά. Κυρίως γιατί ποτέ δεν αξιώθηκα να γνωρίσω κανέναν παππού και από τους δύο, τους γονείς μου.
Τώρα όμως, έτσι όπως έχει αναποδογυρίσει ανεπίστρεπτα η κλεψύδρα μου, αυτή η λεπτομέρεια, θυμάμαι, μ’ εντυπωσίαζε περισσότερο. Κάθε φορά που τύχαινε να βρεθώ κοντά του, για να μοιράσουμε τις βουβές μας μοναξιές.

Τελικά, το πιο εντυπωσιακό σε τούτο το χάλκινο γίγαντα ήταν η στάση, όπου ο αινιγματικός γέροντας έγερνε στα μπράτσα της τεράστιας πολυθρόνας του. Μονίμως στηριγμένος στο δεξί του χέρι, λες και γεννήθηκε ν’ ακουμπά εκεί, ώστε να μπορεί ισόβια να ταξιδεύει, παραδομένος στους αναπάντητους λογισμούς του.
Γυρτός, κατά το μέρος της καρδιάς, μπροστά από τους ανθρώπους, που δε χώρεσαν τα φτερωτά του όνειρα.Αρκεί αυτός να στοχαζόταν μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της ζωής του, μονάχα στίχους.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply