Στον Πάγο»: Μια μαύρη κωμωδία του Νίκου Δημητρόπουλου - Στο θέατρο ...

Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα

Γιάννης Δημογιάννης

 Κάθε Μάρτη, μετά το 2015, ο αποκαλούμενος και Χαρμπάλαλος περνούσε μαύρες Ανοιξιάτικες μέρες. Όσο κι αν γλύκαινε ο καιρός, όσο κι αν δηλητηριάζονταν με περισσότερο φως οι νύχτες, η καρδιά του δεν έβρισκε κανένα ανοιξιάτικο αντίδοτο. Ο γιατρός, εξάλλου, τον είχε προετοιμάσει πως θα χρειαζόταν πολλά χρόνια, για να συνέλθει μετά από τέτοια βαριά νοσηλεία στην ψυχιατρική. Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα.

Μετρούσε, έκτοτε, κάθε Μάρτη ο Χαρμπάλαλος, αλλά ούτε μία Ανοιξιάτικη παπαρούνα δε μέτραγε μετά τη νοσηλεία. Αυτή που σκηνοθέτησε ο αδελφός του, υπογράφοντας τον ακούσιο εγκλεισμό του, για το καλό – υποτίθεται – του 25χρονου τότε μικρότερου, χαζοχαρούμενου αδελφού. Μαζί με την υπογραφή του πατέρα του, που τον παρέσυρε να προσθέσει και αυτός, τη δεύτερη συναίνεση, που χρειαζόταν ο Εισαγγελέας. Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα.

Από εκείνη την Άνοιξη, ο Χαράλαμπος, ξέχασε σχεδόν εντελώς τη λάμψη από το βαφτιστικό του όνομα, και πριν καν καταλάβει ποιος είναι και τι θέλει, κατάντησε ένας άμπαλος, ενίοτε και άλαλος. Γιατί αυτό το παρατσούκλι τού κόλλησαν εκείνο το Μάρτη, όσοι μοιράζονταν τον ίδιο θάλαμο στην ψυχιατρική. Ένας ατσούμπαλος και αμίλητος Χαράλαμπος. Όπως τον κατάντησαν τα κουφέτα που κατάπινε με τις χούφτες, κάθε πρωί, εκείνο το Μάρτη, για να ισορροπήσει τη διπολική, όπως του εξήγησαν, φύση του.

Μέχρι που φτάσαμε στις 25 Μαρτίου του 2020. Γιατί πάνω στη στροφή που άρχισε να αχνοφέγγει κάποιο φως στο θολωμένο του μυαλό, πάνω στη φάση που είχε ψάξει και σε δύο τρεις δουλειές, μπας και κονόμαγε κανένα έξτρα χαρτζιλίκι, εκτός από τις πενταροδεκάρες των γέρων του – ο τριαντάχρονος πια Χαρμπάλαλος έπεσε με τα μούτρα στον κορωνοϊό. Μαζί, εννοείται, με κάποια εκατομμύρια σαλταρισμένους Συνέλληνες. Μόνο που αυτός – έτσι καθώς ήταν υποψιασμένος σε ψυχιατρικά σενάρια και θεωρίες συνωμοσίας – δεν άργησε να υποψιαστεί το κακό, που αυτός ο αλλοπρόσαλλος βασιλιάς σκαρφίστηκε για τους υπηκόους του ∙ μία ξεγυρισμένη απαγόρευση κυκλοφορίας. Μία απαγόρευση, που θύμιζε, τουλάχιστον στους άδειους δρόμους των πόλεων, την Άνοιξη της κατοχής ή τον Απρίλη της δικτατορίας… Την παράνοια ενός ανοίκειου εχθρού.

Αυτός όμως θυμόταν τη δικιά του απαγόρευση κυκλοφορίας. Όταν για κάθε απόγευμα του Μάρτη του 15, η πόρτα της ψυχιατρικής έκλεινε και για τους μέσα και τους έξω, και τότε ακούγονταν μονάχα κάτι κραυγές από τους τρόφιμους, που διαπερνούσαν τους τοίχους της κλινικής. Κραυγές σπαρακτικές – καλή ώρα, σαν και τις δικιές του – όταν εκλιπαρούσε Θεούς και δαιμόνους, μήπως και βρισκόταν κάποιος με οίκτο στην ψυχή, για να του ξελύσει έστω για λίγο τους ιμάντες, που του έριξαν από την πρώτη κιόλας μέρα του εγκλεισμού του. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν για πρώτη φορά στη ζωή του, έκλεισε πίσω από την πλάτη του η πόρτα της ψυχιατρικής και από τον πανικό που τον κυρίευσε, ξέσπασε στο κεφάλι του, ένα τριφασικό μανιακό επεισόδιο, που δεν έφτασαν ούτε δύο γιατροί και τρεις νοσηλευτές, για να τον κουλαντρίσουν.

Όλα αυτά τα σενάρια ανακαλούσε στο μπερδεμένο του μυαλό και δεν ήταν πια καθόλου σίγουρος ποιος θα ήταν από εδώ και στο εξής, ο πολιορκημένος και ποιος ο ελεύθερος, σε ετούτη την πόλη. Πλησίαζε, βλέπεις, και η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του έθνους, και κάποια μυρμήγκια είχαν μουδιάσει, ήδη, για τα καλά το μυαλό του.

«Σε ποια μέρη μπορώ πλέον να πηγαίνω μόνος;» «Θα μπορώ να βολτάρω στη μαρίνα, μέχρι αργά το βράδυ;» «Πώς θα την παλέψω, αν θα απαγορεύσουν μέχρι και το ψάρεμα στο μόλο;» «Κι ύστερα στο σούπερ μάρκετ θα με κοιτάνε περίεργα;» «Ποιος θα μου φέρνει τώρα τα φάρμακα;» «Κι αν με σταματήσουν οι μπάτσοι στο δρόμο, κι εγώ αρχίσω να κεκεδίζω, θα με πάνε για εξακρίβωση;» «Ρε, μπας στην τελική έχουν και αρχεία στα κομπιούτερ με όλους τους σαλεμένους και αρχίσουν στο καπάκι τις δύσκολες ερωτήσεις. Και τότε, θα την βγάλω καθαρή ή θα με πάνε στο τμήμα να παίξω και πιανάκι;»… Ένα κάρο φίδια, που είχαν συνήθως την ίδια κατάληξη – το φόβο που έτρεμε παν’ απ’ όλα: «Δηλαδή, τώρα, παίζει να την ψάξουν σε καμιά στραβή, και να καταλήξουν στο ρουφιάνο τον αδελφό μου και αυτός να τούς κάνει και τραπέζι, που του άλειψαν και δεύτερο εγκλεισμό στο ψωμί;» Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα.

Είδε και απόειδε ο Χαρμπάλαλος με όλη ετούτη την πολιορκία, να ζει 14 μέρες, μαζί με τους γέρους του και την παραμονή της 24ης, αργά το βράδυ, τού έσκασε η κουλή να κάνει την ηρωική έξοδο, χωρίς καν προηγουμένως να στείλει SMS, για το ποιος είναι, πού μένει, πού θέλει να πάει και κυρίως τι θέλει να κάνει. «Ρε, δεν πάνε στο διάολο, που δε σαλτάρισα στο τρελάδικο και θα το χάσω τώρα, στα καλά καθούμενα!», αυτό μονάχα βρήκε να μουρμουρίσει μες απ’ τα δόντια, όταν η μάνα του τόλμησε να τον ρωτήσει πού πάει και πού θέλει πάλι να μπλέξει.

Αυτός όμως, έχοντας πια μπουχτίσει για τα καλά, αποφάσισε να ξελαμπικάρει επιτέλους από την απομόνωση του Κοτρωνοϊού – έτσι τον βάφτισε από αντίδραση. Κάπνισε σαν φυλακόβιος μέχρι το πρώτο ανοιχτό βενζινάδικο, όσα τσιγάρα πρόλαβε, έπειτα, φουλάρισε βενζίνη το αυτοκίνητο και αποφάσισε να την ξοδέψει, μέχρι να πατώσει η ρεζέρβα. Παίζοντας τα νιάτα του ρουλέτα, πέντε χρόνια μετά από εκείνο το Μάρτη της φωτιάς. Αψηφώντας μέχρι και το χειρότερο ενδεχόμενο να μπλέξει ξανά σε περιπέτειες, που ούτε καν το φαντασιόπληκτο μυαλό του θα μπορούσε να προδικάσει. Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα.

Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού - κωμικοτραγικό διήγημα.

Bruce Davidson, Clown and circus tent, Palisades, New Jersey, 1958 …

Έφτασε κοντά τέσσερις τα ξημερώματα, όταν ένα περιπολικό σταμάτησε στα βράχια της μαρίνας. Εκεί είχε ρίξει στο φινάλε, την πετονιά του, όταν το αυτοκίνητό του ξέμεινε από καύσιμα, μετά από τόσες ώρες πέρα δώθε, σε όλες τις γειτονιές της Πάτρας.

Οι περιπολικάριοι, ντυμένοι με κάτι φωσφοριζέ αδιάβροχα, τον πλησίασαν προσεκτικά – ο ένας κρατώντας την κάνη του περίστροφου προληπτικά – και έριξαν καταπάνω, στο πρόσωπο του, και τους δύο φακούς. Αυτός προφύλαξε απλά τα μάτια του, σαν να ήταν προετοιμασμένος για τη σκηνή.

«Καλά, εσείς, κύριε, την απαγόρευση εξόδου δεν την ακούσατε; Δεν την λάβατε υπόψιν; Τον κίνδυνο να κολλήσετε ή και να μεταδώσετε τον κορωνοϊό τον αψηφήσατε;»

Ο Χαρμπάλαλος απόθεσε στην άκρη την πετονιά και τους απάντησε ψύχραιμος: «Εγώ να αψηφήσω τους νόμους και τας υποδείξεις; Ο τελευταίος άνθρωπος… Αλλά, εδώ που τα λέμε, κύριοι αστυνομικοί, ο νόμος δεν μας επιτρέπει να βγάλουμε έξω το κατοικίδιό μας;»

Αν και δεν το επέτρεπε η νύχτα, εντούτοις διέκρινε πως οι φύλακες σαν να απόρησαν κάπως. Ψάχνοντας τριγύρω κάποιο εμφανές κατοικίδιο, τον ρώτησαν σαστισμένοι: «Και το κατοικίδιο σας πού βρίσκεται, κύριε;» Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα.

«Μα, κύριοι, ο Μήτσος κάθε βράδυ αξιώνει το φρέσκο του ψαράκι και εγώ δεν μπορώ να του απαρνηθώ τη σαρδελίτσα του. Και έβγαλε από την πετονιά μία σαρδέλα που χρησιμοποιούσε για δόλωμα και φώναξε: Ψιτ, ψιτ, Μητσάκο, τσίμπησε η κυρία. Έλα αλητάκο μου!»

Και πριν καν κατεβάσει τη σαρδέλα στο τσιμέντο, ο Μήτσος είχε πεταχτεί – άγνωστο από πού – έτοιμος να τιμήσει το μεζέ του.

«Τον βλέπετε τον μάγκα;», και ο Χαρμπάλαλος στράφηκε προς τους φύλακες, που άρχισαν ήδη να τον κοιτούν καχύποπτα. Ο Χαρμπάλαλος, όμως, συνέχισε ατάραχος: «Μα, δεν είναι κούκλος; Δεν είναι ένας άρχοντας της νύχτας; Αυτά μου κάνει ο μπαγάσας, και μου είναι τόσο αξιαγάπητος. Πώς να στερήσω και εγώ, ένα τέτοιο κατοικίδιο από τη βόλτα του;»

Τότε, ο ένας εκ των τηρητών της τάξεως – αυτός που κρατούσε το υπηρεσιακό περίστροφο – τον πλησίασε, ενώ ο συνάδελφός του τραβήχτηκε προς το περιπολικό, έτοιμος για να διασταυρώσει τα στοιχεία του ξενύχτη. Η πρώτη ερώτηση ήταν και αναμενόμενη: «Όνομα και επώνυμο;»

«Χαράλαμπος Περπερίδης, κυρ – αστυφύλακα.»

«Και πού μένετε, κ. Περπερίδη;»

«Μειλίχου 85 στην Αγυιά;»

«Α, στο ποτάμι», απάντησε ο φύλακας.

«Ναι στο ποτάμι, κυρ αστυνόμε. Τον αρχαίο ποταμό!»

«Ποιόν τον Μείλιχο;», ρώτησε σαστισμένος, ο προστάτης.

Ο Χαρμπάλαλος, βέβαια, μη χάνοντας τη λαλιά του, απάντησε: «Μάλιστα, ο Μείλιχος. Αν και ο ποταμός αρχικά λεγόταν Αμείλιχος, που σημαίνει, όπως μου εξήγησε ένας γείτονας, ανελέητος! Σκληρός, για να το πούμε χοντρικά»

«Ποιος, ρε Περπερίδη, ο Μείλιχος ή ο Αμείλιχος; Ο ποταμός της Αγιάς; Μας δουλεύεις νυχτιάτικα», αναρωτήθηκε ο φύλακας, φανερά πια εκνευρισμένος.

«Ναι, ακριβώς όπως σας το είπα, κύριε αστυνομικέ. Ούτε κι εγώ δεν ήξερα ποια ιστορία έκρυβαν οι όχθες του ποταμού, που είναι χτισμένο το πατρικό των γονέων μου. Μέχρι που ο κυρ Γιάννης, ο φιλόλογος, που μένει στον τέταρτο όροφο, πάνω από εμάς, και είναι και σπουδαγμένος άνθρωπος, με είχε καλέσει κάποιο απόγευμα για καφέ και έτσι όπως το ’φερε τυχαία η συζήτηση, μου την είπε όλη την ιστορία … Μέχρι και Love story κρύβει ο ποταμός και μη το κοροϊδεύετε καθόλου. Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού – κωμικοτραγικό διήγημα.

Γιατί στις όχθες του, όπως μου εξήγησε ο κυρ Γιάννης, κάθε Αύγουστο – όπως εμείς δοξάζουμε την Παναγία – οι Αρχαίοι λατρεύανε την Άρτεμη, τη θεά της αγνότητας – αυτό κι αν είναι σύμπτωση… Και για να ξεχρεώσουν την κατάρα που τους είχε ρίξει κάποτε, έκαναν, λέει, ανθρωποθυσίες. Ένα ζευγάρι όμορφων νέων της θυσίαζαν, κατακαλόκαιρο. Γιατί η Άρτεμη, κατά πως μολογά ο μύθος, είχε καταραστεί τους προγόνους μας τους Πατρινούς, ώστε να μη δίνει καρπούς η γη, ούτε και οι γυναίκες να πιάνουν παιδί!»

«Τι μας λες, ρε φίλε; Τι ανθρωποθυσίες και πράσινα άλογα. Και πώς, δήθεν, δεν έπιαναν παιδί οι γυναίκες και έμεναν στέρφες. Επειδή εσύ και κάποιοι σαλταρισμένοι σαν το γείτονά σου σκαρφίζονται φαντάσματα;» Και αμέσως φώναξε εκνευρισμένος το συνάδελφό του και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί… Την ίδια στιγμή, κεντράροντας προσεκτικά, περίστροφο, και ρίχνοντας το φακό, προς τη μεριά του Χαράλαμπου, του φώναξε χωρίς καμία λάμψη χαράς: «Ακίνητος στη θέση σου και μη τολμήσεις να κουνηθείς ούτε ένα βήμα, γιατί θα μπλέξουμε όλοι μαζί, παραμονές του Ευαγγελισμού. Και, τότε, θα χάσω εγώ την αγνότητά μου, Περπερίδη.»

Ο Χαράλαμπος κάθισε δίπλα στο βραχάκι. Κανείς δεν του είπε πόσο κράτησε αυτή η αναμονή. Κανείς δε θα μπορούσε να νιώσει τι βάρος κουβαλούσε κάθε δευτερόλεπτο για μία ξέπνοη καρδιά σαν και τη δική του.

Στο τέλος αυτής της αιχμάλωσίας, ο αστυφύλακας που είχε κατευθυνθεί στο περιπολικό, για να τσεκάρει τα στοιχεία του και να πάρει οδηγίες από το κέντρο, επέστρεψε και στάθηκε μπροστά τους. Με μία ψυχρότητα δημόσιου υπαλλήλου τού εξήγησε: «κ. Περπερίδη, φοβάμαι πως θα πρέπει να πάμε στη διεύθυνση, για κάποιες περαιτέρω διευθετήσεις. Παρακαλώ, ακολουθήστε μας ήρεμα, φορέστε τα γάντια και τη μάσκα που θα σας δώσει ο συνάδελφος, καθίστε στο πίσω κάθισμα και όλα θα πάνε καλά».

«Όλα θα πάνε καλά». Ο Χαρμπάλαλος σχεδόν σύρθηκε μέχρι την πόρτα, αλλά πριν σκύψει για να μπει στο περιπολικό, σα να τινάχθηκε από λήθαργο, ρώτησε: «Τον Μητσάκο μου, ποιος θα τον φροντίσει τώρα;»

«Μην ανησυχείτε, καθόλου, κ. Περπερίδη», τού απάντησε ο αστυνομικός που του είχε ανακοινώσει τις εξελίξεις της βραδιάς. Θα σας τον δώσουμε εμείς να τον κρατάτε μέχρι το τμήμα και εκεί έχει ειδοποιηθεί ήδη και θα προσέλθει ο αδελφός σας. Τότε, φαντάζομαι, δε θα προκύψει κανένα πρόβλημα. Παρακαλώ, σκύψτε τώρα το κεφάλι σας και μην ανησυχείτε. Εμείς, να το ξέρετε, για την ασφάλειά σας μεριμνούμε.»

Ο Χαρμπάλαλος του κοτρωνο-ϊού - κωμικοτραγικό διήγημα.

An Inspiring Gallery Of Landscapes In B&W – ViewBug.com

Για την ασφάλειά σας μεριμνούμε. Μην ανησυχείτε καθόλου κ. Περπερίδη. Και τον Μητσάκο μου…   Θα προσέλθει ο αδελφός σας… Χαράλαμπε. Ξύπνα Χαράλαμπε… Χαράλαμπε ξύπνα. Ανησυχώ παιδί μου, έγινες μούσκεμα.

Το ρολόι της αφύπνισης χτύπησε ξανά με τον ίδιο σπαστικό, διαπεραστικό κούρδισμα. Ξημερώματα του Ευαγγελισμού, κι η μάνα του φρόντιζε μαζί με το ξυπνητήρι να τον γειώσει.

Ο Χαράλαμπος πετάχτηκε μούσκεμα από τον ιδρώτα. Ξεφύσησε πέντε έξι βαθιές ανάσες, λες και σώθηκε από βαθύ πνιγμό. Κοίταξε με αγωνία τριγύρω του στο κρεββάτι, άναψε ένα Κάμελ άφιλτρο και το ρούφηξε με τέσσερις ρουφηξιές.

«Το ίδιο γαμημένο όνειρο», μουρμούρισε. «Κάθε λίγο και λιγάκι, το ίδιο γαμημένο όνειρο», και έκλεισε για λίγο τα μάτια του. «Κακόμοιρε Χαρμπάλαλε που ήθελες, τρομάρα σου, και ηρωική έξοδο.»

Είχε ξημερώσει 25 του Μάρτη του 2020 και ένα έθνος ολάκερο γιόρταζε μία επανάσταση, που ποτέ δεν πίστεψε.

Ένας Χαρμπάλαλος τόλμησε τη φυγή, κι αυτή μονάχα στο όνειρο.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply