Γκόρντον Παρκς: Η δική μου «άλλη» Αμερική

Παρκς: Η δική μου «άλλη» Αμερική

Παρκς: Η δική μου «άλλη» Αμερική

Παρκς: Η δική μου «άλλη» Αμερική

Παρκς: Η δική μου «άλλη» Αμερική

O Γκόρντον Παρκς ως το 15ο παιδί μίας μαύρης οικογένειας ακτημόνων αγροτών του Κάνσας και ορφανός από μητέρα, γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει φτώχεια. Ωστόσο δεν γνώριζε τι σημαίνει άκρως τοξικός και ταξικός ρατσισμός. Μέχρι που έφτασε στην Ουάσινγκτον, το 1942, με υποτροφία στη Διοίκηση για την Ασφάλεια των Αγροτών, (FSA). Στην αμερικανική πρωτεύουσα, στα εστιατόρια των λευκών του επέτρεπαν να μπει μόνο από την πίσω πόρτα. Στα θέατρα των λευκών του απαγόρευαν εντελώς την είσοδο.

Ως ερασιτέχνης φωτογράφος και αρνούμενος να υποταχθεί, περιπλανιόταν παντού. Κατέγραφε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν και αντιστέκονται γηραιότεροι από τον ίδιο μαύροι στον ρατσισμό και τους εξευτελισμούς. Στο κτίριο της FSA, συνάντησε το «θέμα» του. Την Έλα Γουάτσον, μια μαύρη Αμερικανίδα που εργαζόταν ως καθαρίστρια. Ο Παρκς άρχισε να τη ρωτάει για τη ζωή της. Ήταν τόσο θλιβερή και οργίστηκε, παρότι είχε ιδίαν πείρα από ζόφο ζωής. Τον πατέρας της τον είχε λιντσάρει μια συμμορία λευκών, ο άντρας της δολοφονήθηκε, εκείνη και τα παιδιά της οριακά επιβίωναν.
Η ιστορική φωτογραφία

Μπροστά στην αστερόεσσα, η Έλα Γουάτσον κρατάει στα χέρια της μια σκούπα και μια σφουγγαρίστρα και κοιτάει με απέραντη θλίψη τον φακό. Ο Παρκς ονόμασε τη φωτογραφία «Αmerican Gothic», ως παρωδία του διάσημου πίνακα του ζωγράφου Γκραντ Γουντ, που απεικονίζει ένα ζεύγος λευκών Αμερικανών αγροτών. Η εφημερίδα Washington Post δημοσίευσε τη φωτογραφία και ο Παρκς έγινε περιζήτητος φωτορεπόρτερ. Τα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε με περιοδικά, όπως το Life. Παρότι κάλυψε σειρά θεμάτων, θυμόταν πάντα ότι αγόρασε μια φωτογραφική μηχανή ως όπλο ενάντια σε αυτό που μισούσε περισσότερο, «τον ρατσισμό, την έλλειψη ανεκτικότητας και τη φτώχεια».

O Παρκς δεν αρκέστηκε στο να είναι ένας σπουδαίος φωτορεπόρτερ, πιονιέρος και πηγή έμπνευσης για όλους τους μαύρους φωτογράφους. Στη μακρά ζωή του έγραψε επίσης μυθιστορήματα και ποιήματα, συνέθεσε τραγούδια και γύρισε ταινίες, η γνωστότερη από τις οποίες ήταν το «Shaft» του 1971. Η ταινία   γρήγορα θεωρήθηκε καλτ. Και όλα αυτά, σε μία μόνιμη αναζήτηση, όπως οι ήρωες του μαύρου συγγραφέα και διανοούμενοι Τζέιμς Μπάλντουιν, για τη δική του «άλλη χώρα».

Πηγή: Χριστίνα Μαυροπούλου

 

σχετικοί σύνδεσμοι: Τι (πραγματικά) είναι ο ρατσισμός;

Χτίζουν σχολείο – πόρτα

Οι δύο πιο θανατηφόρες λέξεις στον κόσμο: Είναι κορίτσι

https://www.dw.com/

https://www.in.gr/2006/03/08/culture/

https://www.kathimerini.gr/245146/article/epikairothta/

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply