Πατέρα, “ο πόθος καίει τα σωθικά”

Του Γιάννη Δημογιάννη

Για τον πατέρα, που έσβησε σαν πουλάκι στις 19/7/2017. 

Σαν σήμερα, 23 / 4 / 2020. του Αγίου Γεωργίου, θα γιόρταζα τον μακαρίτη, τον πατέρα μου. Χθες – άγνωστο ποια φωνή με τσίγκλησε – μου καρφώθηκε από το πουθενά να φτιάξω λουκουμάδες. Η αγαπημένη μου είχε πάρει εδώ και καιρό μία προ-επεξεργασμένη συσκευασία, αλλά δεν είχε δοθεί η ευκαιρία  να τους φτιάξουμε. Όλο βρίσκονταν κάποιες αφορμές, κάποιες δικαιολογίες και το δείγμα παρέμενε πάνω στον πάγκο. Έως ότου, χθες βραδιάτικα, σχεδόν με κυρίευσε η εμμονή της ιδέας… Θα φτιάξω λουκουμάδες, θα ετοιμάσω το μείγμα, ώστε όταν τελειώσει κουρασμένη από το μάθημα να είναι έτοιμοι, για να τους τηγανίσω.

Τελικά, παιδεύτηκα μέχρι τις 3 τα ξημερώματα, έκανα όλη τη κουζίνα ένα χάλι μαύρο από τα ζυμάρια και τις μαγιές, αλλά ούτε το μείγμα φούσκωσε, ούτε λουκουμάδες βγήκαν.Το μόνο που σώθηκε ήταν μία πλαστελίνη από ομοίωμα ζύμης, που έγινε κάτι σαν παραλλαγή λουκουμαδόψωμου. Κρατσανιστό σαν μεταλλαγμένο καρβελάκι.

Ξημέρωσε η μέρα, θυμήθηκα τον πατέρα μου και οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν ποτάμια. Για τα κουβάρια της ζωής μου, για όσα πρόλαβα να ζήσω μαζί του, για τις τρίπλες που μας έκαναν πάνω κάτω, για όσα έμειναν παραπονεμένα και ανικανοποίητα. Κυρίως, για εκείνα που δεν πρόλαβα να του πω και να του δείξω. Και τότε θυμήθηκα πως την παραμονή, πριν το θάνατό του είχα γράψει σαν τρελός αυτό το κείμενο και προσπάθησα πολύ μέχρι να το ολοκληρώσω. Γιατί ήθελα να προλάβω να του το διαβάσω, αλλά τελικά με πρόλαβε ο θάνατος και έμεινα με τα λόγια βουβά.

Το κείμενο μου, μάλιστα, είχε γραφτεί για τη μνήμη του Κώστα του Μουρσελά, και το τονίζω, γιατί ο πατέρας μου είχε μεγάλη αδυναμία στον Κώστα τον Μουρσελά και κυρίως για το θεατρικό του, εν μέσω Χούντας, το “Εκείνος και εκείνος”.

Ήταν Φλεβάρης του 2005, θυμάμαι, βράδυ Παρασκευής, όταν παρουσίαζα σε βιβλιοπωλείο της Πάτρας, ένα από τα βιβλία του: «Ο πόθος καίει τα σωθικά». Καταχείμωνο του 2005, σε μία περίοδο ψευδεπίγραφης ανεμελιάς, που σχεδόν ταιριάζει με μακρινή προϊστορία, για τους κατοίκους του ομορφότερου, πέτρινου ακρωτηρίου της Μεσογείου. Άλλη μία βροχερή μέρα, σκέφτηκα, στις τόσες βροχές, στα τόσα σύννεφα, που μαζεύτηκαν απειλητικά, πάνω από τα κεφάλια μας. Σημαδιακή και σπάνια, η σύμπτωση των Ουρανών. 18 Φλεβάρη του 2005, ήταν η μέρα της παρουσίασης του βιβλίου, το οποίο μιλούσε για τον αδικαίωτο πόθο μίας ολόκληρης γενιάς.

Το θέμα είναι πως σήμερα που ξημέρωσε η γιορτή του πατέρα μου, ξαφνικά φλάσαρα και συνειδητοποίησα κάποια σημαδιακά πράγματα. Και πρώτο πως το κείμενο που έγραψα παλιότερα στο Νόστιμον Ήμαρ για τον Μουρσελά, λίγο πριν από το θάνατο του πατέρα μου, βασιζόταν σε μία παρουσίαση που είχα κάνει παλιότερα στην Πάτρα για τον ίδιο τον μακαρίτη πια Κώστα Μουρσελά, έχοντας για αφορμή ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Ο πόθος καίει τα σωθικά”. Όχι όμως ένα τυχαίο απόσπασμα, αλλά μία σκηνή που μιλούσε ο ήρωας του βιβλίου Μανολόπουλος, για την αδυναμία και του δικού του πατέρα να τρώει λουκουμάδες και μάλιστα με μπόλικη κανέλα. Όπως δηλαδή άρεσαν και στο δικό μου πατέρα… Να τις τρώει με μπόλικη κανέλα και μέλι, γιατί και αυτός είχε στερηθεί σαν ορφανό παιδί, παρόμοιες πολυτέλειες.

18 Φλεβάρη, βέβαια, είναι και για μένα, η μέρα των γενεθλίων μου. 18 Φλεβάρη, αλλά, εν έτει 1969, λες και το δικό μου γραφτό ήταν να γεννηθώ στην καρδία μίας, ακόμη, οριστικά «Χαμένης Άνοιξης»… Την ίδια μέρα, βλέπεις, αλλά με καθυστέρηση 36 χρόνων, η Τύχη το θέλησε, να σμίξω με τον Κ. Μουρσελά. Λες και οι ζωές μας διασταυρώθηκαν πάνω σε μία βροχερή, χειμωνιάτικη παρένθεση. Κάποιες στιγμές, νιώθω, λες και ο χρόνος να μάς κλείνει συνωμοτικά το μάτι, άλλο τώρα, που εμείς συνειδητά παραμένουμε τραγικά ανυποψίαστοι, στους διφορούμενους χρησμούς του.

Τότε, είχα διαλέξει από το βιβλίο, το ακόλουθο απόσπασμα. Σ’ αυτό, ο Μανολόπουλος – πιθανότατα, το λογοτεχνικό alter ego του Μουρσελά – αναρωτιέται για λογαριασμό μας. Μετά από 17 ολόκληρα χρόνια, τα λόγια του με στοιχειώνουν:


«Τότε σκέφτηκα πως ήταν κι αυτό ένας μικρός θάνατος, που δεν έχω δηλαδή πια κανέναν δικό μου, να φρεσκάρω τις σκουριασμένες μνήμες μου, να συμπληρώσω τα κενά τους, να ξέρω ποιος ήμουν, ποιος πραγματικά είμαι. Οι μόνοι που ήξεραν έφυγαν. Έφυγαν αμετάκλητα και για πάντα, και όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσεις, τόσο πιο ανθρώπινος γίνεσαι…»

«Άρχισε να ψιλοβρέχει, και, βλέποντας από μέσα, πίσω από τη τζαμαρία του λουκουματζίδικου, τη βροχή να πέφτει, μ’ έπιασε πάλι εκείνη η γνωστή απελπισία και θυμήθηκα το αιώνιο παράπονό μου, γιατί ποτέ δεν πρόλαβα να ρωτήσω τον πατέρα όσο ζούσε – πάντα το ανέλαβα για άλλη μία φορά και όλο για μία άλλη φορά – , να τον ρωτήσω να μου πει, για να ξέρω, πώς ήταν, ας πούμε, η μέρα που γεννήθηκα, γιατί πολύ θα ήθελα να ξέρω αν, για παράδειγμα, έβρεχε ή αν είχε λιακάδα ή συννεφιά… Να μου πει, ας πούμε, γιατί κρυβόμουν. Γιατί μού άρεσε να κρύβομαι σε υπόγεια και σε σοφίτες και ντουλάπες; Το είχε ποτέ σκεφτεί; Το είχε ψάξει; Ή, γιατί πάντα μου άρεσε ν’ ακούω τη βροχή να πέφτει πάνω στους τσίγκους και στις λαμαρίνες; Είχε αναρωτηθεί ποτέ;

Ο μονόλογος ενός ανθρώπου, που συνεχίζει να πορεύεται με όλες τις πληγές του, μετέωρες και βασανιστικές! Απορίες, που, δυστυχώς, θα εξακολουθούν να σέρνονται για πάντα, αναπάντητες, όχι για ένα λογοτεχνικό υποκείμενο, αλλά και για όλους, όσοι ταλανίζονται στις δίνες των καιρών. Αν, επομένως, ο θάνατος του Κώστα Μουρσελά θα μπορούσε να σημαίνει κάτι, για τούτη την οριστικά «Χαμένη Άνοιξη» – πρωτίστως για τον τόπο, και για τους ανθρώπους του – πιστεύω πως είναι, κυρίως, γι’ αυτή καθεαυτή την απώλεια, που ο θάνατος αυτός ανασύρει στην επιφάνεια.

Βασανιστικές μνήμες, αμετάκλητες ευκαιρίες

Την αμετάκλητη, δηλαδή, απώλεια όλων εκείνων των ανθρώπων, που, ενώ αυτοί μονάχα θα μπορούσαν να ρίξουν φως, στο σκοτάδι του προσωπικού και συλλογικού μας βίου, εντούτοις όλοι τους, σιγά – σιγά, αποσύρθηκαν στη σιωπή.

Πατέρα, "ο πόθος καίει τα σωθικά"

Λόλα, να ένα άλλο: “Εκείνος και εκείνος” : Τηλεοπτικές υπαρξιακές …

Ο Κ.Μουρσελάς γεννήθηκε ακριβώς μέσα στο μάτι του κυκλώνα. Γαλουχημένος μέσα στην καταιγίδα της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Στα πέτρινα χρόνια ενός κόσμου, που, μέχρι και σήμερα, αρνείται πεισματικά να βγει από τις στάχτες της Ιστορίας. Λες και όλες οι δυνάμεις της Οικουμένης να συνωμότησαν, κάποτε, προκειμένου να εξατμιστεί έως και η τελευταία ρανίδα από εκείνο το «Σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας», μπας και περίσσευε κανάς σπόρος, για το μέλλον. Από τα 15 του, μέλος της Επόν, να κυνηγά δράκους και ανεμόμυλους. Γνωστός του Μπελογιάννη. Φυλακισμένος και βασανισμένος, «διότι δε συνεμμορφώθη προς τας υποδείξεις».

«Τους έφερναν», λέει ο Μουρσελάς, «στην αίθουσα των βασανιστηρίων, για να τους δελεάσουν, ώστε να υπογράψουν δήλωση σωφρονισμού. Από τα παράθυρα, οι φύλακες δασκάλευαν γυναίκες από την Τρούπα, να ξεγυμνώσουν τα στήθη τους, μπας και λυγίσουν οι κρατούμενοι κομμουνιστές, από την ηδονή και τον πόθο της στέρησης, και συνειδητοποιήσουν τι χάνουν, με τα μυαλά που κουβαλούν! Οι μεγάλοι – συνεχίζει ξανά – ήταν κάτι σαν Άγιοι, σαν να είχαν αγιοποιηθεί. Γυρνούσαν την πλάτη στις γυναίκες, την ηδονή, τον πειρασμό. Εγώ δεν μπορούσα να αντισταθώ, γιατί ήμουν 15χρονος. Αραιά και που, γυρνούσα, κι έβλεπα. Κάπως έτσι, ήρθα αντιμέτωπος, με τα δύο πρόσωπα του εαυτού μου. Τον πόθο, και το ένστικτο της επιβίωσης…»

Η ίδια ανελέητη μάχη, ανάμεσα στην αρχέγονη σπίθα για τη λευτεριά, και την υποταγή στα «πρέπει» του Πολιτισμού. Ενός πολιτισμού, που αντί να υπηρετεί την αναντικατάστατη αξία του Ανθρώπου, αυτοαναιρείται μέσα στις εκπληρούμενες προφητείες του. Και κάπου εδώ – ανάμεσα στις Συμπληγάδες, που θα κινδύνευαν αλλιώς να συνθλίψουν τον άνθρωπο – διαμεσολαβεί η Τέχνη. Για να ερμηνεύσει με τα έργα της, το ενδιάμεσο χάσμα. Ν’ ανακουφίσει το κενό. Ν’ αφουγκραστεί όχι το σάβανο μίας ιδέας, αλλά τον Άνθρωπο, που υπηρετεί, και εκφράζει αυτήν την Ιδέα.

Γιατί για τον Μουρσελά, η μόνη αξία, που πρέπει, εν τέλει, να διασωθεί δεν είναι άλλη, παρά το Πάθος ∙ η σφοδρότερη, και η πιο τίμια κατάφαση της Ύπαρξης. Γι’ αυτό και ο ίδιος, δίχως την παραμικρή συστολή, δήλωνε στα βιβλία του, πως πορεύτηκε ισόβια σαν «ένας ηδονοβλεψίας και ωτακουστής της ζωής».

Οι σκουριασμένες μνήμες, και αυτοί, που γνώριζαν, αλλά χάθηκαν αμετάκλητα. Η “ιστορία” φαντάζει τραγική: όποτε η ψυχή μας ρωτά πώς ήμασταν μικροί, «γιατί μάς άρεσε να ακούμε τη βροχή να πέφτει στους τσίγκους και στις λαμαρίνες», εμείς, την αφήνουμε να περιπλανιέται, κουβαλώντας το ίδιο αφόρητο παράπονο, τον ίδιο αβάσταχτο πόνο. Και, κάθε φορά, που αυτή επιστρέφει με το παράπονο στο στόμα, εμείς μεταθέτουμε ες αύριον, τα σπουδαία, μέχρις ότου ο Θάνατος, αυτός ο υπέρτατος άρχων, να μας χτυπήσει ξαφνικά στην πλάτη, παγώνοντας την ανάσα μας, για πάντα.

Με μία διαφορά, καλοί μου φίλοι, – όπως θα σάρκαζε και ο κυρ Φάνης, ένας αφηγηματικός ήρωας του βιβλίου. Όταν ο θάνατος παγώνει μία ανθρώπινη ανάσα, οι ζωές παγώνουν κι αυτές, οριστικά ματαιωμένες. Γιατί, όπως μαρτυρεί ο κυρ-Φάνης, απλά ξεχάσαμε ότι «τίποτε, εκτός από το θάνατο, δεν είναι οριστικό στη ζωή μας».” Πατέρα, “ο πόθος καίει τα σωθικά”. Πατέρα, “ο πόθος καίει τα σωθικά”. Πατέρα, “ο πόθος καίει τα σωθικά”. Πατέρα, “ο πόθος καίει τα σωθικά”

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply