Προ και μετά κορωνοϊού

«Δεν έχω χρόνο», λέγαμε.

Κρυφτήκαμε πίσω απ’ αυτήν τη φράση και δεν ομολογήσαμε πως απλά δεν θέλαμε. Δεν θέλαμε να συναντηθούμε με τον άλλον γιατί η σχέση είχε ξεφτίσει και μας ήταν πια αδιάφορη. Δεν θέλαμε να βγούμε γιατί βαριόμασταν αφάνταστα και προτιμούσαμε να σαπίζουμε στον καναπέ. Δεν θέλαμε να πάμε κινηματογράφο που δηλώναμε πως μας άρεσε, γιατί κατά βάθος προτιμούσαμε την τηλεόραση. Ούτε στα σεμινάρια αυτογνωσίας που ισχυριζόμασταν πως μας ενδιέφεραν είχαμε σκοπό να πάμε, αλλά και τι να κάναμε! Όλες προέβαλλαν κάποια ενδιαφέροντα, δεν μπορούσαμε εμείς να υστερούμε!

Ευτυχώς που μας απαγορεύτηκε το έξω λοιπόν κι έτσι δεν θα εκτεθούμε, αφού –κι ενώ έχουμε άπλετο χρόνο- δεν μπορούμε να πάμε πουθενά τελικά. Μένει μόνο το μέσα, αλλά το μέσα είναι πάντα πιο δύσκολο γιατί είναι πιο ουσιαστικό. Έξω, μπορούμε να κρυφτούμε πίσω από καφέδες, βόλτες, ταβέρνες, εμπορικά…

Η επιφάνεια, λαμπερή σαν τον ήλιο, μας στραβώνει.

Μα μέσα, τα πάντα λειτουργούν ως καθρέφτες του αληθινού μας εαυτού, δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε ούτε το πρόσωπο ούτε τα προσωπεία μας. Μήπως είναι επομένως μια ευκαιρία να αφουγκραστούμε τον εαυτό μας αντί τα θέλω των άλλων; Μήπως είναι μια ευκαιρία να γνωριστούμε μ’ εκείνον τον άγνωστο που κρύβουμε μέσα μας; Μήπως είναι μια ευκαιρία, αξιοποιώντας τον άφθονο χρόνο που έχουμε, να δούμε ποιές είμαστε και τι θέλουμε; Με ειλικρίνεια. Χωρίς φόβο και πάθος. Έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε ν’ αποδείξουμε τίποτα σε κανέναν. Ούτε και πριν είχαμε δηλαδή, αλλά όταν η πιθανότητα ενός θανάτου σου χτυπά την πόρτα… Ε, τότε γίνεται πιο εύκολο να συνειδητοποιήσεις τις συμβάσεις μέσα στις οποίες ζεις και να ξεφύγεις δια παντός απ’ αυτές.  Ή να προσπαθήσεις τουλάχιστον. Προ και μετά κορωνοϊού.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply