Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι ΓουίλιαμςΠώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς

Πηνελόπη Χριστοπούλου

Κολασμένες νευρωτικές ηρωίδες και απροσάρμοστες υπάρξεις στον «Γυάλινο κόσμο» – Νοτισμένη Αμερική, Σεν Λούις, 1930. Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Εκεί, σε μια από τις τόσες ανθρώπινες κυψέλες που «φυτρώνουν σαν εξανθήματα στις κοσμοπλημμυρισμένες αστικές συνοικίες», ζει στην οικογένεια Γουίνγκφιλντ. Η κόρη Λάουρα (Λόρα), προσκολλημένη εμμονικά στη συλλογή του γυάλινου θηριοτροφείου της. Υπάρχει επίσης ο φιλόδοξος αδερφός Τομ -το αληθινό όνομα του Τένεσι Ουΐλλιαμς, είναι Τόμας-. Ο Τομ, είναι ένας ονειροπόλος ποιητής που δραπετεύει από το σπίτι τα βράδια. Καταφεύγει στα σκοτάδια και στο σινεμά, προκειμένου να βυθιστεί στα όνειρα του. Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Στο σπίτι υπάρχουν τέλος το κάδρο-φωτογραφία ενός ορατού-αόρατου πατέρα. Ενός πατέρα που ερωτεύτηκε τις αποστάσεις και «πέταξε σαν πούπουλο» απ την πόλη, για κάποια ακτή του Ειρηνικού. Στέλνοντας τους μόνο το μήνυμα « Έχετε γειά!» και μια μητέρα, απεικόνιση του χαμένου ένδοξου Νότου, με κλασική νεύρωση μεγαλομανίας.Ο καταραμένος ποιητής του αμερικανικού θεάτρου γράφει για την ανθρώπινη μοναξιά. Για «καφκικά» υπαρξιακά κενά, νευρωτικούς ήρωες και τη φυγή στο όνειρο, στην ψευδαίσθηση και στην αναπόληση.

Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε τα πρόσωπα του έργου στο οικογενειακό περιβάλλον του ίδιου του συγγραφέα. Η οικογένεια του Τενεσσί απαρτίζεται -όπως και στο έργο του- από μια πολυαγαπημένη σχιζοφρενή αδερφή. Τη Ρόουζ, που υποβάλλεται στην θεραπεία της λοβοτομής όσο ο ίδιος ήταν απών καταστώντας την «ανάπηρη» ως την ημέρα του θανάτου της σε ψυχιατρείο. Εδώ, γνωρίζουμε από τον ίδιο το συγγραφέα πως η Ρόουζ βασανιζόταν απ’ αυτό που η ίδια ονόμαζε «εγκληματικά θηρία». Οτιδήποτε άγγιζε το ανακινούσε για να απομακρύνει από μέσα του, τα «εγκληματικά θηρία»). Mέσω -κυρίως- αυτής της ηρωίδας του, κρατά ο συγγραφέας για πάντα ζωντανή, τη φιγούρα της λατρεμένης αδερφής του. Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Το οικογενειακό περιβάλλον

Στο περιβάλλον του Τενεσσί (παρατσούκλι που οφείλονταν στην προφορά του αλλά αργότερα υιοθετήθηκε και από τον ίδιο), βρίσκουμε επίσης έναν αυταρχικό και βίαιο πατέρα, αλκοολικό με ιδιαίτερη ευαισθησία στο γυναικείο φύλο και προπαντός μονίμως απών. Το οικογενειακό του περιβάλλον τέλος περιλαμβάνει και μια καταπιεστική μητρική παρουσία (κόρη ιερέα με πουριτανικές αρχές, που θεωρούσε και την παραμικρή απόλαυση αμαρτία, ενώ συχνά παρενέβαινε στις φιλίες του, προσπαθώντας να ελέγξει τις κοινωνικές και ερωτικές του σχέσεις). Τότε είναι που ο Τ. Ουίλιαμς, φορτωμένος πόνο και τύψεις, τους εγκαταλείπει προς αναζήτηση της τέχνης, της περιπέτειας, της φιλίας και του έρωτα, τραβώντας τον δρόμο του μακριά από το decadence παρελθόν του, στιγματισμένος όμως ισόβια από αυτό.

Ο ίδιος ο συγγραφέας ζητεί στις παραστάσεις του έργου να υπάρχει στο σκηνικό, μια σιδερένια σκάλα κινδύνου, ίσως γιατί όλοι στην οικογένεια έχουν μια διέξοδο, μια δική τους «σκάλα κινδύνου». Η Λάουρα, αποδράττει από την πραγματικότητα με το λαμπερό, γυάλινο θηριοτροφείο- πλασματικό κόσμο της. Ο Τομ, διαφεύγει με τις περιπέτειες στο σινεμά και την ποίηση, ενώ η καταθλιπτική πρώην καλλονή του Νότου μητέρα, καταφεύγει στο ένδοξο παρελθόν και τα ξεφτισμένα μεγαλεία του. Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.Μία αιρετική φωνή

Το θέμα της φυγής είναι πολύ αγαπητό και συχνό στον συγγραφέα (υπάρχει και έργο του με τίτλο «Ο Φυγάς») ίσως και τραυματικό. Πάντως σίγουρα καθοριστικό για τον ίδιο, μια που με την δική του φυγή από την οικογένεια περνά από τον έναν πόλο συμπεριφοράς, στον άλλο.

Ο ντροπαλός, εσωστρεφής, με τη φοβία της τρέλας και της αρρώστιας, πουριτανής οικογένειας Τομ (o ίδιος ο συγγραφέας), γίνεται προκλητικός, σκανδαλώδης, ομοφυλοφιλικός. Εκφράζοντας  ιδιαίτερη αγάπη στο αλκοόλ, στις τοξικές ουσίες, στα βαρβιτουρικά, στα διεγερτικά. Μετά τον θάνατο του αγαπημένου του εραστή Φράνκι θα υποφέρει από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Θα εγκλειστεί για τρεις μήνες σε ψυχιατρείο. Δημιουργός επίσης των εμβληματικών «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» και «Το γλυκό πουλί της νιότης». Το 1948, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για το “Λεωφορείον Ο Πόθος” και το 1955, για τη “Λυσσασμένη Γάτα“.

Πέθανε στα 72 του χρόνια το βράδυ της 24ης Φεβρουαρίου. Τότε το πώμα ενός μπουκαλιού μετά από ένα θανατηφόρο «κοκτέιλ» ποτών και βαρβιτουρικών, σφηνώθηκε στον λαιμό του, σ’ ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου Elysee της Νέας Υόρκης. Οι ενοχές -νευρωτικής φύσεως- για την πολυαγαπημένη αδερφή του Ρόουζ, τον ακολούθησαν καθ’ όλη την πορεία της ζωής του.

Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Όλα αυτά είναι τα συστατικά της πυκνής, μελαγχολικής και υγρής ατμόσφαιρας του αριστουργηματικού έργου, «ο Γυάλινος Κόσμος» (Τhe Glass Menagerie’). Ενός κόσμου που το ίδιο το κοινωνικό σύστημα τον βγάζει στο περιθώριο της ζωής. σε έναν συνεχόμενο αλλά και μάταιο αγώνα για κοινωνική καταξίωση. Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Βιογραφικό

[Τένεσι Ουΐλλιαμς (φιλολογικό ψευδώνυμο του Τόμας Λανιέ Ουίλιαμς): γεννήθηκε το 1911 στο Κολόμπους του Μισισίπι. Κατά τα εφηβικά του χρόνια, πηγαίνει στο Γυμνάσιο του “University City”. Εμφανίζει μια ντροπαλότητα παθολογικού βαθμού, εσωστρέφεια και κρίσεις πανικού. Ο κορυφαίος δραματουργός τεχνίτης στα 14 του, ανακαλύπτει το γράψιμο σα φυγή απ’ τον κόσμο της πραγματικότητας (όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογό του στο “Γλυκό Πουλί Της Νιότης“). Στα 18 του χρόνια, αναπτύσσει τη φοβία της τρέλας. Στα 34 του, γράφει τον αυτοβιογραφικό «Γυάλινο Κόσμο», (Τhe Glass Menagerie) που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο κορυφαίους δραματικούς συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Πώς πάμε στον εύθραυστο Τένεσι Γουίλιαμς.

Μια γροθιά στο πουριτανικό κατεστημένο της Αμερικής, που αντί να αποκρουστεί, αγκαλιάζεται από το κοινό της. Στα 36 του, έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα δραματικός συγγραφέας της γενιάς του. Στα 44 του χρόνια, έγραψε την τελευταία εμπορική του επιτυχία («Νύχτα της Ιγκουάνα») και στα 70 του, το τελευταίο του θεατρικό έργο («Now, the Cats With Jewelled Claws») Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών ’50 και ’60, έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή κριτική και τα σχόλια του τύπου, εξαιτίας του τρόπου ζωής, των ομοφυλοφιλικών προτιμήσεων και ανοιχτών δηλώσεών του, αλλά και της σκανδαλώδους, παραβατικής συχνά, συμπεριφοράς του]

Κείμενο: Πηνελόπη Χριστοπούλου (Lavart)

πηγή, φωτογραφίες: https://www.lavart.gr

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply