Σεφέρης - η δήλωση για τη χούντα
Σεφέρης – η δήλωση για τη χούντα
“Οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα”, έλεγε ο Γ. Σεφέρης. Το δήλωνε κατηγορηματικά στο εμβληματικό του δοκίμιο “Η τέχνη και η εποχή”. Και ήταν αναμφίβολα το δικό του επιμύθιο. Η βιοθεωρία του σχετικά με το ρόλο και την ευθύνη του καλλιτέχνη και, εν  γένει, του δημιουργού. Το βάρος του “στην κατακομματιασμένη μας εποχή”, όπως συνήθιζε να τονίζει. Σεφέρης – η δήλωση για τη χούντα.
Αν εξαιρέσει κανείς τη σχεδόν σωματοποιημένη σχέση του Ελύτη με τη γλώσσα, τις λέξεις και τα κυτταρικά τους συστατικά – «αφόντας μπήκα σ’ έρωτα με τούτα τα κορμάκια (βλ. γράμματα) λίγνεψα, έφεξα» – πιστεύω πως δύσκολα κάποιος ποιητής θα μπορούσε να διεισδύσει στο σώμα της γλώσσας, τόσο βαθιά, όσο ο Γ.Σεφέρης. Με άλλα λόγια, ν’ αφουγκραστεί και συνάμα να συναρθρώσει τη γλωσσική μας παρακαταθήκη, στη διαχρονία της. Τόσο πολυδιάστατα και καθολικά, λες και έσμιξε με τις τελευταίες εσχατιές της ανθρώπινης ανάσας, στο πέτρινο ακρωτήρι της Μεσογείου. Σεφέρης – η δήλωση για τη χούντα.
Το ξέρω – θ’ αντιτείνεις – η νύφη πολύφερνη, οι μνηστήρες πολλοί και αξιέραστοι. Εντούτοις, όμως, κανείς τους δεν κατόρθωσε, «με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθος και τι πάθος», να κουβαλήσει το βάρος μίας τέτοιας, κολοσσιαίας κληρονομιάς. Και πρωτίστως, στην ολότητά της. Και ποιος άλλος, εξάλλου, συγκαιρινός  ποιητής θα μπορούσε να επωμιστεί την ευθύνη «μίας πάλης ζωής και θανάτου». Και να το κάνει μέσω της γλώσσας. Ιδίως, μάλιστα σε τέτοιο σημείο, που όχι απλά να εγκλωβιστεί στις συμπληγάδες του Ελληνισμού, ή στις δίνες, έστω, των τραγικών μας αντιφάσεων, αλλά αντιθέτως να εμφιλοχωρήσει σαν οικουμενικός πολίτης, στα σπλάχνα της ανθρωπότητας «που μαίνεται ή σωπαίνει τριγύρω του». Σεφέρης – η δήλωση για τη χούντα.
Υποθέτω, κανείς άλλος τεχνίτης, όσο «γερός κι υπεύθυνος» κι αν λογίζεται. Κανείς σε απόλυτο βαθμό, πέρα από τον αμφίσημο Γέροντα της ακροποταμιάς. Θαρρείς, ένα αριστοτεχνικά τεχνουργημένο προσωπείο, ολόιδιο, θα τολμούσα να πω, με κάποιον Δελφικό ιεροφάντη. Είτε, άλλοτε, μ’ έναν ισόβια θαλασσοδαρμένο Οδυσσέα. Τον μόνον, ίσως, «ποιητή», που θα ’βρισκε το θάρρος να μολογήσει. «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια. Που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω».
Το μαρμάρινο τούτο κεφάλι… Το Ελληνικό οξύμωρο, συμπυκνωμένο σ’ έναν μόλις στίχο. Μία ποιητική αλληγορία, που εγκιβωτίζεται συμβολικά, σε μία φαινομενικά δυσερμήνευτη εικόνα. Ο ποιητής, σαν συλλογικό φερέφωνο, αποδρά στο παρόν, από τους εφιάλτες του παρελθόντος. Αποδρά, κουβαλώντας, όμως, τις αναρίθμητες παλινωδίες του. Στην ουσία, το Σεφερικό δίλημμα συνομιλεί με τις δικές μας αναπάντητες απορίες. “Πώς, άραγε, μπορείς ν’ αποδράσεις από τους εφιάλτες που σε στοιχειώνουν; Πώς να λυτρωθείς, όταν εξακολουθείς να είσαι καθηλωμένος στα νεκρά τους σαρκία;» Σεφέρης – η δήλωση για τη χούντα.
Γιατί, μπορεί η Υφήλιος, σύμπασα, να ομνύει «στ’ αρχαία μας τα κάλλη», αλλά, παρόλα αυτά, πώς δύνασαι ν’ αποκόψεις απ’ τον κορμό ενός Κυκλαδικού Κούρου, μονάχα το κεφάλι του, πώς μπορείς να το σηκώσεις, κι έπειτα – ακόμη κι αν δεν εξαντληθούν οι αγκώνες σου, ακόμη κι αν δε λυγίσουν τα γόνατα – πού να το ακουμπήσεις, ενδεχομένως, πώς να το μεταφέρεις σ’ έναν τόπο κακοτράχαλο, κλειστό, που «τον κλείνουν οι δύο μαύρες Συμπληγάδες»; Πόσο, δε, μάλλον να διανοηθείς να υπερβείς τα στατικά όρια του νωθρού μυαλού σου, για να βυθιστείς στο σύμπαν του γλύπτη που το σμίλεψε.
Σεφέρης - η δήλωση για τη χούντα
Ανείπωτη η ομορφιά – κανείς δεν αντιλέγει – μα κυρίως αβάσταχτη. Στις αναρίθμητες, ποικιλόχρωμες απορίες μας, ο ποιητής, φρονώ, πως απαντά ευκρινώς στον «Τελευταίο Σταθμό»:
«Κι α σού μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει ∙ στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο μνησιπήμων πόνος»…
Ιδίως, αν η δική σου τραγική μοίρα επεφύλασσε ισόβια να συναγελάζεσαι, σαν διπλωμάτης καριέρας, με «ανθρωποφάγους βασιλιάδες, και τερατώδεις αυλικούς» – με όσους, δηλαδή, κατάντησαν τη χώρα σου, και τους ανθρώπους της να μοιάζουν με «μία πραμάτεια φθηνή».
Ή, όπως θα τροχοδρομούσε εξαίσια και ένας δικός μας επίγονος: μία χώρα ανδρείκελο, «ένα πεδίο βολής φθηνό, που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι».
Ο ποιητής γράφει αλλού: «Το ζεστό νερό μού θυμίζει κάθε πρωί πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό μέσα μου»… Στις 21 Μάρτη, παγκόσμια μέρα που, υποτίθεται, τιμάμε το σώμα της ποίησης, ο γερός τεχνίτης αρκείται να θυμίζει: «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί». Τελικά, όντως, «οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα»
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply