Τάσος Λειβαδίτης - οι εραστές μόνο αγγίζονται
Τάσος Λειβαδίτης – οι εραστές μόνο αγγίζονται
Γιάννης Δημογιάννης

στη μνήμη του Τάσου Λειβαδίτη

Εδώ, σε φυσιολογικές – τέλος πάντων – συνθήκες και η σχέση τους είχε τα σκαμπανεβάσματά της. Πόσο, μάλλον, στην εποχή αυτού του διεστραμμένου ιού.

Έμειναν, βλέπεις, κατ’ ανάγκη και αυτοί εσώκλειστοι και μετά την πρώτη εβδομάδα βγήκαν τα μέσα έξω. Μετά όμως τη δεύτερη εβδομάδα βγήκαν τα πάνω κάτω. Και μετά την τρίτη εβδομάδα δεν ήξεραν ποιο είναι το μέσα, ποιο είναι το πάνω, και ποιο το κάτω. Είχαν γίνει όλα ανάκατα και τότε, όπως θα έλεγε και η ποιήτρια, είχε φτάσει η ώρα της ομίχλης:

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.”

Στο μήνα πάνω, είχαν πλέον χάσει το μέτρημα στους καυγάδες. Η γκρίνια είχε γίνει για τα καλά το μόνο κοινό τους σημείο.

Έως ότου οι ώρες μίας ακόμη μέρας ανηφόρησαν βογκώντας μέχρι τα ξημερώματα.

Η Κατερίνα είχε λιώσει πάνω στον υπολογιστή, σερφάροντας μέχρι το τελευταίο τούβλο του τελευταίου τοίχου. Τυχαία πέφτει πάνω σε μία φωτογραφία ανεβασμένη από μία φίλη. Εικόνα σχεδόν ονειρική για τα μάτια της, αλλά, πέρα για πέρα αληθινή. Τουλάχιστον για τους πρωταγωνιστές της…

Δίπλα σ’ ένα τσακισμένο κράσπεδο. Έχοντας σαν στρώμα, τα χαλίκια και κάτι πρόχειρες κουβέρτες, αλλά δείχνοντας δύο πρόσωπα, που απαθανατίζονται μακάρια, χαμογελαστά και ανυπόκριτα. Δύο παιδιά, βυθισμένα σε μία αγκαλιά ανείπωτα τρυφερή, δύο εραστές παραδομένοι στη δίνη της αγάπης τους. Μία καθημερινή φωτογραφία, για να βάλει άνω τελεία, σε τούτη την απαρασάλευτη διαιώνιση της φθοράς. Μία απρόσμενη, λυτρωτική ανάσα, μία υπενθύμιση ικανή ν’ αναθερμάνει τις προσδοκίες. Ν’ ανατρέψει τα στερεότυπα. Να παρηγορήσει την ψυχή. Να γλυκάνει το βλέμμα.

~.~

Και τότε, νιώθεις την ανεπαίσθητη ρωγμή του χρόνου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η ζωή, θαρρείς, ξαναβρίσκει το παλμό της.Τότε, που η ελπίδα επιστρέφει στο σπίτι της. Αφήνοντας, έξω και μακρυά, τη ματαιότητα των επετείων, των στερεότυπων και των συμβάσεων…Τα μάτια αβίαστα γαληνεύουν, και η σκέψη κουρδίζεται στο ρυθμό ήχων αρχέγονων. Είναι η στιγμή, που η άνοιξη θάλλει, και ο λόγος του ποιητή, επιτέλους, δικαιώνεται:

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply

Contact Us