Την περίμενα 50 χρόνια

Την περίμενα 50 χρόνια

Την περίμενα 50 χρόνιαΤην περίμενα 50 χρόνια

Συναντήθηκαν από μία καραμπόλα στη Φλώρινα. Τους έφερε ένα τριαντάφυλλο και τους ένωσε μία φούξια γραβάτα. Κόλλησαν από την πρώτη στιγμή, σαν σε ασπρόμαυρη ταινία. Όταν αργότερα τον ρώτησε, της απάντησε: “σε περίμενα 50 χρόνια”.

Tαξίδι στη Φλώρινα – Αλίνα Τριανταφύλλου

Ύστερα από δέκα ώρες ταξίδι με το τρένο, προσγειώθηκα στη Φλώρινα. Άγνωστή μεταξύ άγνωστων σ ένα άγνωστο μέρος. Αρχικά έπρεπε να βρω το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Να κάνω εγγραφή για το συνέδριο που θα κρατούσε τέσσερις μέρες. Έπειτα, να βρω το ξενοδοχείο. Την τρίτη μέρα είχα να κάνω μια εισήγηση οπότε μετά την παρακολουθηση του συνεδρίου, επέστρεφα στο δωμάτιο. Ούτε την πόλη είδα ούτε τίποτα. Καθώς περίμενα τη σειρά μου να μιλήσω, μπήκε μέσα στην αίθουσα. Φορούσε ροζ γραβάτα και κοκάλινα γυαλιά. Χωρίς να το σκεφτώ τον ρώτησα αν θα κάτσει να με ακούσει. Δεν προλάβαινε. Είχε τη δική του εισήγηση. Στο διάλειμμα βγήκα έξω να καπνίσω. Ήρθε κι αυτός. Έστριψε το τσιγάρο του. Μίλησε πρώτος. Η συζήτηση κύλησε αβίαστα. Αύριο γυρίζω Αθήνα, του είπα στο τέλος. Κι εγώ Πάτρα, μου είπε. Από τότε ο χρόνος μας ταξιδεύει αλλιώς. Κι ο ερωτάς διεκδικεί τις αλλαγές.

Την περίμενα 50 χρόνια

Της το υποσχέθηκα – Γιάννης Δημογιάννης

Τελικά, η ψυχή όλα τα μπορεί. Αρκεί να μην κουβαλά πάνω της Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες. Αρκεί να μην τους σέρνει σε κάθε της βηματισμό.

Και τότε, βλέπεις πως μπορείς να κινείσαι μόνος σου, σε μία άγνωστη πόλη. Να είσαι άγνωστος και να έχεις σαν μοναδικό γνωστό, το σύντροφό σου. Φτάνει να θρέφεσαι από το φίλτρο του έρωτα. Από το σαράκι που νιώθεις να “δηλητηριάζει τα σωθικά σου”, όπως έγραφε κάποιος. Λυτρωτικά. Γαλήνια. Ανθρώπινα.

Και εσύ, του παραδίδεσαι να σε οδηγήσει. Να βρει αυτό, τους τρόπους. Να γκρεμίσει τα στερεότυπα. Να σαρκάσει τη βλακεία. Να ξυπνήσει τη φαντασία και την ευρηματικότητα. Να θερμάνει την ψυχή ξανά.

Και τότε, το θυμάσαι. Το νιώθεις. Το λες με χαμόγελο και πάλι: “Ναι, όλα τα μπορείς. Και αν κάποια δε φτάνεις – γιατί έτσι το έφερε η ζωή – ανοίγεις το στόμα και βρίσκεις βοήθεια, για να τα φτάσεις. Μία βοήθεια που την ζητάς δίχως δεύτερη σκέψη, δίχως αναστολή. Δίχως ανασφάλεια. Μία βοήθεια που σου δίνεται εν τέλει απλόχερα. Γενναιόδωρα. Αναπάντεχα. Αβίαστα.

Γιατί η φωνή σού λέει αδιαπραγμάτευτα πως τίποτε δεν μπορεί πια να σταθεί εμπόδιο. Γιατί απλά την λατρεύεις. Γιατί της υποσχέθηκες πως θα είσαι εκεί. Να ντυθείς το πιο τρυφερό σου χαμόγελο. Να μαγειρέψεις ένα πιάτο αγάπης. Να το ετοιμάσεις, να της πας και το μοιραστείς μαζί της. Δεν έχει σημασία πού και γιατί.
Φτάνει μονάχα να ξέρεις πως έβαλες μέσα όλα τα σ’ αγαπώ. Όλη την ευγνωμοσύνη και τα ευχαριστώ για τη δική της παρουσία.

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

1 Σχόλιο

  1. Pingback: Κάπου στην Αθήνα - Επιμύθιο | Ιστοροές Πολιτισμού

Leave A Reply