Το σπίτι του θανάτου

Chinese Street Food. Street Trading. Chinese Kinds Of Fresh …

Το σπίτι του θανάτου

“Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.”  (Γιάννης Ρίτσος, Σονάτα του Σεληνόφωτος) Το σπίτι του θανάτου. 

Ήταν η πρώτη παιδική του ανάμνηση. Την επόμενη ακριβώς μέρα, αφού τον είχε βασανίσει ένας εφιάλτης, που ξεπερνούσε τα όρια του μυαλού του. Τη δυνατότητα ενός επτάχρονου παιδιού να βυθίζεται στις ερωτήσεις, που γεννιούνται στο πηγάδι του φόβου.
Θυμόταν που περιφερόταν την επόμενη μέρα, στο σπίτι τους, σαν μικρός σπόρος ανάμεσα σε τοίχους και διαδρόμους. Η ίδια αίσθηση του πηγαδιού. Οι διαστάσεις φάνταζαν να τον υπερβαίνουν. Μέχρι και σήμερα ανακαλούσε εκείνη τη φωνή.

Ποιοι είναι αυτοί οι τρεις, που θα έπρεπε να ζει υποχρεωτικά μαζί τους; Γιατί είχε σαν μοναδική επιλογή να λούζεται τον αδελφό του καθημερινά; Πώς θα μπορούσε να ρωτήσει κάτι τον πατέρα του, δίχως να νιώθει μονίμως ένα σφίξιμο στην κοιλιά; Θα κατάφερνε κάποτε να μιλήσει στη μάνα του για τα χθεσινά όνειρα, που τον έκαναν να ξυπνήσει με κλάματα και φωνές;
Κατάπιε πολλές λέξεις, μέχρι να τολμήσει να ξεστομίσει την αγωνία του. Βρήκε το συνηθισμένο του καταφύγιο, κάτω από το τραπέζι. Κουλουριάστηκε, λες και έπρεπε να ξεφύγει από ένα φάντασμα που θρεφόταν από κάθε του ανάσα. Η μάνα του, όταν τον κατάλαβε, έσκυψε – όπως συνήθως έκανε – για να τον τραβήξει και να τον αγκαλιάσει.
Αυτός, τότε, βρήκε τη δύναμη και της ψιθύρισε την ερώτηση που τον κυνηγούσε από χθες. Μετά από τον εφιάλτη, που τον έκανε να ξυπνήσει ιδρωμένος: «Μάνα, τι είναι ο Θάνατος; Μάνα, εσύ θα πεθάνεις;»
Μετά την απάντηση που εκείνη του έδωσε, ένιωσε καταδικασμένος να ζει στο σπίτι του θανάτου, ανάμεσα σε χαλάσματα. Το σπίτι του θανάτου.Το σπίτι του θανάτου.

Γιάννης Δημογιάννης

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply