Tristan Tzara, Επτά ποιήματα (απόδοση-επίμετρο: Θ.Δ.Τυπάλδος)

Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Ποίημα για ένα Φουστάνι
(Poeme pour une robe de Madame Sonia Delaunay)

Ο Άγγελος από το χέρι του γλίστρησε
Μέσα στο καλάθι ο οφθαλμός των φρούτων
Των αυτοκινήτων τις ρόδες εκείνος τις χωλαίνει
Καθώς και το ιλιγγιώδη γυροσκόπιο της ανθρώπινης καρδιάς.

*

Ο Θάνατος του Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Ξέρουμε το τίποτα
Ξέρουμε το τίποτα της οδύνης
Η όξινη εποχή των παγετών
Οργώνει βαθιά χαντάκια στους μυς μας
Θα προτιμούσε ν’ απολάμβανε της νίκης την ευφροσύνη
Eμείς οι σοφοί καθώς γαλήνια τα πένθη στα κλουβιά σφαλιστήκαν
Ανίκανοι τ’ ο,τιδήποτε να κάνουμε
Αν χιονίσει προς τα πάνω
Αν το ρόδο του ήλιου ανάμεσά μας σταθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας
Για να μας ζεστάνει
Κι αν τα δέντρα κρεμάσουν εκεί μέσα σε μια γιρλάντα
-Το μοναδικό μας δάκρυ-
Aν τα πουλιά ανάμεσα μας βρισκόντουσαν ενω καθρεφτιζόμασταν
Στα γαλήνια νερά της λίμνης που πάνω απ’ τα κεφάλια μας στάθηκε
ΙΣΩΣ ΚΑΙ Ν’ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΑΝ
Πως ο θάνατος θα μπορούσε να ήταν ένα μακρύ κι ωραίο ταξίδι
Και μι’ ατέλειωτη άδεια διακοπών για την σάρκα την υφή το κόκκαλο

*

Η Dada Ανασκόπηση

πέντε νέγρες σ’ ένα αμάξι
ανατινάχθηκαν ακολουθώντας τις πέντε κατευθύνσεις των δαχτύλων μου
όταν κάποιες φορές το χέρι μου στο στήθος μου τοποθετώ για να προσευχηθώ στον θεό
υπάρχει εκεί ένα υγρασίας φως ενός ηλικιωμένου φεγγαριού πουλιά στο κεφάλι μου ολόγυρα
το πράσινο των αγίων φωτοστέφανο έχει αρθεί από ψυχικές δραπετεύσεις
τραλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλα
τώρα θα δείτε την έκρηξη μέσ’ στα κοχύλια

κάπου υπάρχει ένας νέος άνδρας που τους πνεύμονές του τρώει
και τόσο έξοχα έκλασε ώστε το σπίτι του έγινε μεσάνυχτα
σα τον γυρισμό των πουλιών που στα ποιήματα του τραγουδούσε
και ο θάνατος αντινάζεται από κανόνια σταματώντας την συζήτηση των γυπών
το πολύ μεγάλο ιστιοφόρο άνοιξε το βιβλίο του σαν ένας άγγελος μολαταύτα
τ’ ανοιξιάτικα φύλλα σου έχουν κολλήσει μια κομψή σελίδα τυπογραφείου
zoumbai zoumbai zoumbai di
έχω ασχοληθεί μ’ όλα τα καλά κι όλα τα κακά αχ την χαρά του στρατηγού
κάθε σάβανο είναι ο κύριος μας και στον κάθε μας κύριο

υπάρχει η δική μου καρδιά
η δική μου καρδιά που της έχω δώσει ένα φιλοδώρημα χεεχεε

*

Προκήρυξη Δίχως Αξίωση

(απόσπασμα, συμπεριλαμβάνεται στα
ΕΦΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΥ)

Η Τέχνη πρόκειται να κοιμηθεί για ένα νέο κόσμο που θα γεννηθεί
Η «ΤΕΧΝΗ»-παπαγαλία- αντικαταθίσταται από το DADA,
το ΠΛΑΙΣΙΟΣΑΥΡΟΣ, ή το μαντήλι

Το ταλέντο ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΙ κάνει τον
ποιητή ένα ναρκωμανή ΣΗΜΕΡΑ η κριτική
των ισορροπιών χωρίς προκλήσεις μα με ομοιότητες

ΠΑΓΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙ-
ΒΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ

Υπόδρομος των αθανάτων εγγυήσεων: δεν υπάρχει τίποτα
πιο σπουδαίο απ’ την σπουδαιότητα δεν υπάρχει
διαφάνεια ή εμφάνιση

ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΑΣ
ΤΥΦΛΟΙ ανεβείτε στη σκηνή

Η ΣΥΡΙΓΓΑ είναι μόνο για την δική μου νόηση. Γράφω γιατί είναι μια
φυσική λειτουργία όπως όταν κατουράω κι όπως αρρωσταινώ

Η ΤΕΧΝΗ χρειάζεται ΜΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ

Η τέχνη είναι μια ΑΞΙΩΣΗ αναθερμάμενη απ’ την
ΔΕΙΛΙΑ της ουροποιητικής λεκάνης, η υστερία γεννιέται
μέσα ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ

Βρισκόμαστε σε αναζήτηση
της δύναμης που είναι άμεση αγνή νηφάλια
ΜΟΝΑΔΙΚΗ βρισκόμαστε σε αναζήτηση του ΤΙΠΟΤΑ
επιβεβαιώνουμε την ΖΩΟΤΙΚΟΤΗΤΑ της κάθε ΣΤΙ-
ΓΜΗΣ

η αντι-φιλοσοφία της αυθόρμητης ακροβασίας

Αυτή την στιγμή μισώ τον άνθρωπο που ψιθυρίζει
πριν απ’ το διάλειμμα -eau de cologne-
ξινισμένο θέατρο. Ο ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΑΓΕΡΑΣ

Αν ένας άνθρωπος λέει το αντίθετο είναι γιατί
έχει δίκιο

Έσω έτοιμοι για την δράση του geyser στο αίμα μας
-υποθαλάσσια πληροφορία υπερχρωματικά αε-
ροπλάνα κυτταρικά μέταλλα αριθμημένα μέσα
στην πτήση των ομοιωμάτων

ανω των κανόνων της
και του ελέγχου της

ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Δεν είναι για τα σωσμένα μπόλια
που ακόμα λατρεύουν τον αφαλό τους

*

το καταδίκασε

είναι καλύτερο ν’ αποκρύπτει το ανθρώπινο του ναυάγιο
απ’ τα απασχολημένα μάτια των εμπόρων
σε ψυχές κι αναρίθμητα σφάλματα στην Ιθάκη
καταστρέφει την αποσκευή του ταξιδιού του

όταν κάποιος θα του μιλήσει για το λαδωμένο δέρμα των αθλητών
τα σμήνη των προβάτων σε στενογραφία συμβόλων
που η μνηστή του ζωγραφίζει στον άνεμο χρησιμοποιώντας τις βλεφαρίδες της
η ζωή της άλλαξε στους ηχητικούς συνδέσμους των διακοπών

η νύχτα είναι παγερή
ξέρω γιατί
είναι όταν ο λύκος
τρίβεται πάνω στην πέτρα

εκεί που η γη λειαίνεται
και βάζει το μαστίγιο-σα κομμάτια στη σειρά
κανενός χάσματος η χλεύη ποτέ πριν δεν είχε έτσι ποδοπατηθεί
από βαριά στήθη έκρηξη μπροστά στου στόματός του το κατώφλι

των πλανητών τα χέρια και ανθοφορίας βασανιστήρια στο τέλος
απ’ τα απανθρακωμένα δάχτυλα των κελευσμάτων χαιρετίσματα και ρίζες
δημιουργούν την αναμενόμενη έκρηξη διαμέσου των φλογών
κατα μήκος σχισμές που μπορώ να μετρήσω χάριν του χαμόγελού σου

απ’ την άμετρη ανάσα που πλημμύρισε ο ήλιος του χαμόγελού σου

*

κατά μήκος βηματισμός

το βλέμμα της άμμου
η ακόλαστη γαία
του πύργου ο φλοιός
η ανταλλαγή των λόφων των τερπνών

ο πρώτος λίθος
το θελκτικό χταπόδι
έσβησαν τ’ αμπέλια
απ’ τις στοίβες της αγέλης
ψεύδονται εκείνοι

τότε το ευτελές της εμπιστοσύνης νερό
κι η απανταχού νυχτιά

πόρτες εκπυρσοκροτούν
αόρατα χέρια

το γρασίδι επενδυμένο
η φωνή μπλοκαρισμένη
ο δρόμος αποκεφαλισμένος
το σπίτι ολοσχερώς καμένο

τα πάντα για σένα βλέπεις
δεν βλέπεις τίποτα πια

*

Κανόνας

οι συγκρουόμενες θάλασσες διαδίδουν τον ωκεανό της δικής τους απραξίας
στα κρεβάτια με τα λευκά αφρώδη σεντόνια
στον ήχο που κάνουν οι από κύματα σελίδες όταν γυρίζουν από τον αναγνώστη του
ανικανοποίητου ουρανού
το αγαπημένο και σταθερό χάδι των συννέφων
διαλύεται πίσω απ’ την ομίχλη
η μακρά αναμένουσα υπόσχεση στον ορίζοντα απ’ το χαμόγελό σου

η ξέρα στο σημείο της εκρήξεώς της αποκαλύπτει την νέα άσπρη πέτρα
μιας κολλοσιαίας εταιρείας το στήθος προσφέρεται για του χρόνου το μήκος
και ο άνεμος τα χείλη του δαγκώνει μες στην μαύρη του οργή

σπασμένη είναι η σαφήνεια καθώς περνά μέσα απ’ τα γυαλιά των ζωών μας
ο άνεμος πνίγει την λέξη στου χωριού το λαιμό φτωχό χωριό
είναι η ζωή του περίεργες αποκαλύψεις

θρυμματισμένη των λέξεων η αλυσίδα καλυπτόμενη μες στους χειμώνες και τα δράματα
τα οποία συνδέουν τις οικείες αποκαλύψεις των δικών μας ζωών

και ο άνεμος φτύνει τα πρόσωπά μας
η ακούραστη σκληρότητα του όλου

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Tristan Tzara, (πραγματικό όνομα Sami Rosenstock) γεννήθηκε στο Moineşti της Ρουμανίας, 16 Απριλίου 1896 και πέθανε στο Παρίσι, 25 Δεκεμβρίου 1963.
Ήταν εκ των βασικών συνιδρυτές (μαζί με τους Hugo Ball, Emmy Hennings, Hans Arp, Marcel Janco) του ντανταϊστικού κινήματος της Ζυρίχης στο Cabaret Voltaire τον Φεβρουάριο του 1916. Αν και όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν αντίθετος με τα μανιφέστα, έγραψε αρκετά μανιφέστα του ντανταϊσμου, τα οποία επηρέασαν πολύ έναν νέο ποιητή στο Παρίσι, τον Andre Breton, ο οποίος και τον προσκάλεσε να πάει εκεί κάτι που ο Tzara αποδέχτηκε. Η αποδοχή του αυτή θα σήμαινε -δίχως να μπορεί να το γνωρίζει- και τον θάνατο του ντανταϊσμού, αφού, μετά από ομηρικούς καυγάδες με τον Breton που περίκλειαν ακόμα και ξύλο με καδρόνια πάνω στην σκηνή, το 1924 ο Breton, έβγαλε την ληξιαρχική πράξη θανάτου του ντανταϊσμού με το κείμενό του ΜΕΤΑ ΤΟ ΝΤΑΝΤΑ όπου επήλθε οριστική ρήξη μεταξύ των δυο τους.
Ο Tzara, κατά την διάρκεια του Βʽ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ενεργή δράση στην Γαλλική αντίσταση.
Μια φράση του που σίγουρα μένει ως παρακαταθήκη προς όλους τους ποιητές του σήμερα είναι η ακόλουθη:

Η ποίηση δεν έχει ανάγκη να εκφράσει μία πραγματικότητα.
Είναι η ίδια μία πραγματικότητα.

τα ποιήματα αλιεύθηκαν από εδώ:
http://www.poiein.gr/2016/04/07/tristan-tzara-adhou-dhiethiaoa-adhuaioc-adhssiaonieaoodhueaio/

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply