Φύλλα αλκαλικά

Γλίστρησε και η τελευταία σταγόνα φωτός. Φύλλα αλκαλικά.
Εκείνο το απόγευμα, τον διαπέρασε η πιο αλκαλική σταγόνα μοναξιάς. Αυτή που πήγε και στράγγιξε μέχρι και το μεδούλι στα κόκαλά του.
Ποιος ξέρει, μονολόγησε. Ίσως, και να ‘φταιγε, που σε κανέναν δικό του άνθρωπο δεν περίσσεψε εκείνο το βράδυ, έστω μία τόση δα σταλιά υποψίας. Να στριμωχτεί σε κάποια αμυχή της ψυχής. Να την ταρακουνήσει από το λήθαργο: “Ρε συ; Πώς μού ‘ρθε στα καλά καθούμενα και σφηνώθηκε στο μυαλό ο Οδυσσέας; Άλλο και τούτο. Μπας και πρέπει να τον πάρω τηλέφωνο; Έτσι, γιατί με τσίμπησε μία κουλή έγνοια.”
Κανείς όμως δεν το ένιωσε. Ποιος, εξάλλου, μπορεί να δίνει σημασία σε κάθε κουνούπι, που τσιμπά το μυαλό; Συμβαίνουν αυτά. Αν σκαλώσεις, χάθηκες.
“Καλέ, πώς το’ γραφε ο Αλκαίος”, στρόφαρε, κοιτώντας την Αφροδίτη, στο νυχτερινό στερέωμα;
“Φτιάξε μαγιά στο χώμα
με φύλλα αλκαλικά
σε μια ζωή χαμένη
κανένας δε νικά.
Γλυκάνισο σου στέλνω
και μέλι φοινικιάς
τις πίκρες σου να λιώνεις
και να μη με ξεχνάς.
Κι αν σ’ έπιασε το βράδυ
κι ο έρωτας αργεί
το πιο βαθύ σκοτάδι
είναι πριν την αυγή.”
Κάτι παρόμοιο θα ήθελε να της ψιθυρίσει εκείνο το βράδυ. Στις 21 Ιουνίου του 2020. Μία μόνο νύχτα, πριν τη μεγαλύτερη μέρα του καλοκαιριού. Λίγο προτού ο ήλιος αρχίσει ξανά να γλιστρά στο σώμα του χειμώνα.
Κάπου εκεί, λίγο πριν της 11 μ.μ, διάβασε θολωμένος πως σήμερα ήταν, λέει, η μέρα του πατέρα. Τον δικό του τον έχασε κατακαλόκαιρα, πριν τρία χρόνια.
“Με γέννησες μετά από 10 ολόκληρα χρόνια, μου’λεγες και μου ξανάλεγες. Κι όταν μ’ αγκάλιασες πρώτη φορά, το ‘ταξες ότι ήξερες πια πώς θα με βαφτίσεις μετά από τέτοια Οδύσσεια. Τελικά, ο Ποσειδώνας μ’ έφτυσε σαν πασατέμπο. Αν ζούσες τώρα, ίσως και να ένιωθες, τουλάχιστον εσύ, κάποια τσιμπιά.
Σαν εκείνη τη φαρμακερή που σε πήρε κάποτε από κοντά μου. Φύλλα αλκαλικά. Φύλλα αλκαλικά. Φύλλα αλκαλικά.
Γιάννης Δημογιάννης

οι φωτογραφίες του κειμένου είναι από φίλο Βασίλη Ζαβέρδα και τον κύκλο “Λουόμενοι”

Το σπίτι του θανάτου

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply

Contact Us