«Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν (ενν. αρμονία) ήσαν το έργο όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλλη, αλλά ενός τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός θεού αλήθεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή και αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα…» (Μέγας Ανατολικός, α’ τόμος, σελ. 108)

Αποκόπτοντας κανείς το συγκεκριμένο απόσπασμα από το μονόλογο της ηρωίδος Υβόννης, ενδεχομένως και ν’ ανακαλούσε μία βαθυστόχαστη θρησκευτική δοκιμή σχετικά με την έννοια και την υπόσταση του Θείου. Όλα αυτά, βεβαίως, μέχρις ότου η νεανίς τολμήσει να καταθέσει τις δικές της ρητορικές ερωτήσεις: «Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής – τουτέστιν ένας μεγάλος Άρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και υπάρξη ο κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων, και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανίσχυρου Πέους του και του υπερπλουσίου σπέρματός του χορηγούμεναι;…»

Όταν με βουλιμία διάβαζα πριν αρκετά χρόνια, παρόμοια σπαρταριστά αποσπάσματα από το εκτενέστερο Ελληνικό «ερωτογράφημα» – ο όρος «πορνογράφημα» αναιρεί κατ’ εμέ την ουσία του Μέγα Ανατολικού – αναρωτήθηκα αρχικά το προφανές για τα Ελληνικά πράγματα: «καλά, με τόσες συνουσίες που θα ζήλευε μέχρι και ο μαρκήσιος Ντε Σαντ, ακόμη δεν κατέβηκε στο πεζοδρόμιο το Χριστεπώνυμο πλήθος; Ούτε μία διαδήλωση δε διοργανώθηκε ενάντια σε όσους καταλύουν τα θεμέλια της κοινωνίας; Ούτε καν μία συμβολική διαμαρτυρία εις βάρος όσων διαβρώνουν την ψυχή και το σώμα της νεολαίας μας;» Απορίες εύλογες, αντίστοιχες με τη συντηρητική φύση της κοινωνίας μας.

Επιμύθιο - Λογοτεχνία - Ο Εμπειρίκος σαν φωτογράφος
Καινά δαιμόνια

Κι όμως, αν εξαιρέσει κανείς την ατελέσφορη μήνυση του περιοδικού «Πολιτικά θέματα», μαζί με την καταδίκη του εκδότη της «Ανδριώτικης εβδομάδας» από το τριμελές πλημμελειοδικείου Σύρου (βλ. παράβαση του νόμου «περί ασέμνων»), κατά τα λοιπά, το κολοσσιαίο σε όγκο μυθιστόρημα φάνηκε πως έμεινε αλώβητο στο παρθενικό του ταξίδι. Τουλάχιστον, από τη λογοκρισία και τους πάμπολλους ένθερμους ζηλωτές της. Κατά συνέπεια, ούτε το βιβλίο απορρίφθηκε από το κοινωνικό σώμα, ούτε το οικοδόμημά του Ναού καταλύθηκε.

Πάραυτα, αλώβητο δεν έμεινε το έργο από τις ετερόκλητες και αμφίρροπες κριτικές. Γιατί μπορεί, μεν, οι τρεις πρώτοι τόμοι από τους 8, συνολικά, να έγιναν ασμένως αποδεκτοί κατά την κυκλοφορία τους (1990-2), εντούτοις, η φιλολογική κοινότητα (μελετητές, κριτικοί, ακαδημαϊκοί κτλ), δεν ήταν και τόσο εγκωμιαστική. «Δεν υπάρχει κανένας μύθος, καμία αφηγηματική κλιμάκωση, καμία πρωτοτυπία». «Αυτό-ακυρώνεται σε μία προβλέψιμη επανάληψη». «Όσο για τις 2647 χειρόγραφες σελίδες (τελική έκδοση) θυμίζουν ολόκληρο Έπος που ανακυκλώνει φλύαρες πορνογραφικές εμμονές». «Δεν είναι καν λογοτεχνία», ήταν αναμφίβολα η βασικότερη από τις ενστάσεις των επικριτών.

Αντιδράσεις, εν πολλοίς, προβλέψιμες, εφόσον η εγχώρια κριτική συχνά αδυνατεί να διαχειριστεί νεοτερικά έργα που υπερβαίνουν τις οριοθετημένες νόρμες. Αυτός, προφανώς, ήταν και ο μείζων λόγος, που ο Μέγας Ανατολικός δεν έγινε ευρέως αποδεχτός, όταν εκδόθηκε. Γιατί εισήγαγε πρωτοφανείς για τα Ελληνικά δρώμενα, ανατρεπτικές εκδοχές του Μύθου και της αφήγησης, καταφέρνοντας να σπείρει «καινά δαιμόνια» στην τελματωμένη λογοτεχνική κοινότητα.

Οι αντίπαλες κριτικές

Η σύγκρουση, βέβαια, του συγγραφέα με την κοινότητα της καθεστηκυίας διανόησης κρύβει σίγουρα μακρύ παρελθόν. Τόσο οι αρνήσεις, όσο και η σφοδρή απαξιωτική ρητορική σε βάρος του εκτονώθηκαν με σφοδρότητα κυρίως εν μέσω της καθημαγμένης εποχής, στην οποία γράφτηκε το «μέγα Ανοσιούργημα». Με μία, όμως, σημαντική διαφορά. Ο Εμπειρίκος, σαν ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελληνική ενδοχώρα, κατάφερε κυριολεκτικά ν’ εγκλωβιστεί στο μάτι του κυκλώνα τόσο από τη συντηρητική – αστική διανόηση, όσο και από την αριστερή – ριζοσπαστική.

Για, μεν, τους πρώτους υπήρξε ο αποδιοπομπαίος απόγονος του Πανός. Ένας Σάτυρος που αποπειράθηκε  να ταράξει τα στεκάμενα νερά της παράδοσης και της στερεοτυπικής τέχνης. Ενώ, σε ό,τι αφορά το αντίπαλον δέος, αποβλήθηκε από την «τάξη» των Μαρξιστών, σαν εκείνος ο απείθαρχος μαθητής που αρνήθηκε την επαναστατική δυναμική της στρατευμένης τέχνης. Εξάλλου, η ιστορία έγραψε πως ο Εμπειρίκος συνελήφθη στα Δεκεμβριανά από την ΌΠΛΑ, που τον κράτησε όμηρο στα Κρώρα Βιωτίας για λόγους ευνόητους… Για την ένοπλη ομάδα του ΚΚΕ, εκπροσωπούσε την αστική τάξη και αρνήθηκε το Μαρξισμό.

Αδιόρατες πτυχές

Η κατάσταση, δυστυχώς, δε θα μπορούσε να έχει διαφορετική έκβαση για την περίπτωση του μεγάλου αιρετικού. Πόσον μάλλον σε μία διχαστική κοινωνία σαν την μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η βαθύτερη, όμως, αιτία που πυροδότησε αυτή την απορριπτική στάση, αφορούσε πρωτίστως την ιδεολογία του Μ. Ανατολικού. Με άλλα λόγια, την κοσμοθεωρία που ο ίδιος ο Εμπειρίκος αποπειράθηκε να μεταλαμπαδεύσει πρωτίστως στους αναγνώστες του. Διότι πρωτίστως αυτή υπηρετούσε  αταλάντευτα έναν στόχο: την ανάγκη ν’ απελευθερωθούν τα υποκείμενα από τους μηχανισμούς που καθηλώνουν και ματαιώνουν την Ανθρώπινη Αξία.

Επομένως, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεώρηση, ο Μέγας Ανατολικός ευαγγελίστηκε και υπηρέτησε πιστά, αυτό το όραμα. Υιοθέτησε την αποδοχή της σεξουαλικότητας, και, αναπόδραστα, την αδιαπραγμάτευτη ικανοποίηση όλων των ερωτικών επιθυμιών. Γι’ αυτό και ο Ο. Ελύτης δε σταμάτησε, από την πρώτη κιόλας στιγμή, να επισημαίνει το διδακτικό του χαρακτήρα. Οι επισημάνσεις του Εμπειρίκου, σύμφωνα πάντα με τη θεώρηση του Ελύτη, υπήρξαν απόλυτα στοχευμένες και συνειδητές. Το έργο του «ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη. Επομένως, ο Μ. Ανατολικός επιβάλλεται να αναγνωστεί ως «μυθιστόρημα ερωτικής παιδεύσεως και αισθηματικής αγωγής”. Κοντολογίς, “ως ένα κείμενο ερωτικής μυήσεως».

Η διαπίστωση φαντάζει, τελικά, αποθαρρυντική: ελάχιστοι «ανοιχτόμυαλοι» μελετητές συνέδεσαν τον Μέγα Ανατολικό, με το όραμα μίας ερωτικής και πολιτικής ουτοπίας. Και τούτο, γιατί ελάχιστοι αναγνώρισαν στο έργο, «το μεσσιανικό όραμα για μία μέλλουσα ανθρωπότητα». Στην ουσία, η εξήγηση είναι προφανής. Ελάχιστοι ονειροπόλοι διέκριναν την «ιμερική πολιτεία του πανελεύθερου έρωτα”.

Σχετική εικόνα
Η καβλοπυρέσσουσα απάντηση

Τις καλύτερες εξηγήσεις, πάντως, στις αναπάντητες απορίες τις διαβάζουμε στο μονόλογο της καβλοπυρέσσουσας ηρωίδας, Υβόννης. Αυτή είναι και η πλέον κατάλληλη, για για να κατανοήσουμε καλύτερα, τι έφταιξε και ματαιώθηκε η σχεδόν ρομαντική ουτοπία. Οι θλιμμένες της διαπιστώσεις αποκαλύπτουν στην ουσία, πόσο βαθιά έχουμε παρανοήσει τη φύση του Έρωτα:

«Μήπως δε φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως – εξακολούθησε να σκέπτεται με αιμάσσουσαν καρδιάν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα. Τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» και η λεγόμενη «Ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρωτας τέλειος και απλός και εύκολος. Επ’ άπειρον πανήδονος και απολύτως παντοδύναμος. Όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνον γλύκα). Χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» και άλλα αηδή και ακατανόητα. Όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης και όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσο και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;» (Μ. Ανατολικός, σελ. 107)

Χρήσιμοι σύνδεσμοι:

http://www.nostimonimar.gr/andreas-empeirikos-anamesa-stin-soyrealistiki-epanastasi-kai-ton-epanastatiko-marxismo/

http://www.nostimonimar.gr/%ce%bf-%cf%83%ce%bf%cf%85%cf%81%cf%81%ce%b5%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%ad%ce%b1%cf%82-%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82/

https://www.epimithio.gr/logotehnia/philip-roth-to-zoo-pou-xephsiha/2019/

https://www.epimithio.gr/logotehnia/philip-roth-to-zoo-pou-xephsiha/2019/

 

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply