ΣΤΟΝ ΑΡΣΕΝ ΟΥΣΕ1

Αγαπητέ μου φίλε, σας αποστέλλω ένα μικρό έργο για το οποίο θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, όχι άδικα, πως δεν έχει ούτε κεφάλι ούτε ουρά, καθώς, αντιθέτως, όλα τα μέρη του λειτουργούν σ’ αυτό πότε ως κεφάλι και πότε ως ουρά, εναλλάξ και αντίστροφα. Συλλογιστείτε, λοιπόν, σας παρακαλώ, τι αξιοθαύμαστες ευκολίες ένας τέτοιος συνδυασμός προσφέρει σε όλους, σε σας, σε μένα και στον αναγνώστη.

Μπορούμε να το κόψουμε όπου θέλουμε, εγώ τις ονειροπολήσεις μου, εσείς το χειρόγραφο, ο αναγνώστης την ανάγνωσή του. Διότι καθόλου δεν επαφίεμαι, βέβαια, στην αστάθμητη θέληση αυτού του τελευταίου, την τελείως πια «εξαρτημένη» απ’ το αδιάκοπο ξεδίπλωμα μιας κάποιας επουσιώδους μυθιστορηματικής πλοκής. Αφαιρέστε τη σπονδυλική στήλη κι ευθύς αμέσως τα δυο μέρη αυτής της βασανιστικής «φαντασίας» συνενώνονται δίχως κανέναν κόπο. Κόψτε την σε μικρότερα αποσπάσματα και θα διαπιστώσετε πως το καθένα μπορεί να υπάρξει αυτοτελώς. Ελπίζοντας πως ορισμένα από τούτα τα κομμάτια θα αποδειχτούν αρκετά ζωντανά ώστε να σας αρέσουν και να σας διασκεδάσουν, τολμώ να σας αφιερώσω το σερπετό ολόκληρο.

Έχω όμως μια μικρή εξομολόγηση να κάνω. Είναι ξεφυλλίζοντας, για εικοστή φορά, τον περιλάλητο Γκασπάρ της νυκτός του Αλοϊσιούς Μπερτράντ2 (ένα βιβλίο γνωστό σε σας, σε μένα και σ’ ορισμένους ακόμη εκλεκτούς φίλους, δεν έχει κάθε δικαίωμα να καλείται περιλάλητο;) που μου ήρθε η ιδέα να αποπειραθώ να γράψω κάτι ανάλογο, και να εφαρμόσω στην περιγραφή της σύγχρονης ζωής, ή περισσότερο μιας, και σίγουρα περισσότερο αφηρημένης, εκ των συγχρόνων ζωών, τη διαδικασία που εκείνος εφάρμοσε στη ζωγραφική της παρελθούσας ζωής, τόσο παράδοξα γραφικής.

Ποιος από μας στις μέρες της φιλοδοξίας του δεν ονειρεύτηκε το θαύμα μιας ποιητικής πρόζας, μιας μουσικής χωρίς ρυθμό και δίχως ρίμα, αρκετά εύκαμπτη και ασυνάρμοστη προκειμένου να προσαρμόζεται στα λυρικά κινήματα της ψυχής, στους κλυδωνισμούς της ονειροφαντασίας, στα ξέφρενα τινάγματα της συνείδησης;

Είναι κυρίως εξαιτίας της διαβίωσης σε πόλεις αχανείς, καθώς και των περιπλοκών που οι αναρίθμητες σχέσεις σε αυτές δημιουργούν, που γενούν αυτό το έμμονο ιδανικό. Εσείς ο ίδιος, αγαπητέ μου φίλε, δεν αποπειραθήκατε να μεταγράψετε σε άσμα τη διαπεραστική κραυγή του Υαλοπώλη, και να εκφράσετε σε πρόζα λυρική τη μελαγχολική υποβολή που τούτη η κραυγή στέλνει ίσαμε τις σοφίτες, διαμέσου της πιο πυκνής ομίχλης των δρόμων;

Για να πω την αλήθεια, όμως, φοβάμαι πως ο φθόνος μου δεν μου χάρισε την ευτυχία. Δεν πρόλαβα ν’ αρχίσω να δουλεύω κι αμέσως συνειδητοποίησα ότι όχι μόνο παρέμενα μακριά απ’ το μυστηριώδες και εκθαμβωτικό μου πρότυπο, αλλά και ότι έκανα κάτι (αν αυτό μπορεί να αποκληθεί κάτι) μοναδικά διαφορετικό, ατύχημα, βέβαια, για το οποίο κάθε άλλος εκτός από μένα θα εξοργιζόταν το δίχως άλλο, και το οποίο δεν μπορεί παρά να ταπεινώσει βαθιά ένα πνεύμα το οποίο θεωρεί πως η μεγαλύτερη τιμή του ποιητή είναι το να εκπληρώσει επακριβώς αυτό που σχεδίαζε αρχικά να κάνει.

Στοργικά δικός σας,
CB.

IV
ΕΝΑΣ ΓΕΛΟΙΟΣ

Ήταν κατά την έκρηξη του νέου έτους: χάος λάσπης και χιονιού, τροχήλατου από μυριάδες άμαξες, στίλβοντας από πολύχρωμα παιχνίδια και ζαχαρωτά, ξεχειλίζοντας απληστία κι απελπισία, το επίσημο παραλήρημα μιας μητρόπολης σχεδιασμένο για να βασανίζει πρόστυχα τον εγκέφαλο του μοναχικού όσο το δυνατόν περισσότερο.

Εν τω μέσω όλης αυτής της χάβρας και της οχλαγωγίας ένας γάιδαρος βιαστικός, στενάζοντας κάτω από το καμουτσίκι ενός αγροίκου.

Καθώς ο γάιδαρος ετοιμαζόταν να στρίψει στη γωνιά ενός δρόμου, ένας γαντοφορεμένος κύριος, λουστραρισμένος, απάνθρωπα γραβατωμένος και φυλακισμένος μέσα στα ολοκαίνουργιά του ρούχα, ξεπετάχτηκε από το πουθενά, υποκλίθηκε τελετουργικά μπροστά στο ταλαίπωρο ζωντανό και, βγάζοντας το καπέλο του, λέει: «Σας εύχομαι ένα ευτυχισμένο νέο έτος!», εν συνεχεία στράφηκε χαμογελαστός προς το μέρος κι εγώ δεν ξέρω ποιων συντρόφων μ’ έναν αέρα αυταρέσκειας, σαν να τους παρακαλούσε να προσθέσουν κι αυτοί την έγκρισή τους στη δική του ικανοποίηση.

Ο γάιδαρος βέβαια δεν αντιλήφθηκε που βρισκόταν το αστείο και συνέχισε να τρέχει με ζήλο κατά κει που το καθήκον τον καλούσε.

Όσο για μένα, με κατέλαβε ξάφνου ένα κύμα απροσμέτρητης οργής ενάντια σ’ αυτόν τον μνημειώδη ηλίθιο, που μου φάνηκε πως συνόψιζε εντός του το πνεύμα όλης της Γαλλίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Μπωντλαίρ

VIII
ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΑΛΙΔΙΟ

«– Όμορφό μου σκυλάκι, καλό μου σκυλάκι, αγαπημένο μου ζουζουνάκι, πλησίασε κι έλα να οσμιστείς ένα εξαίσιο μύρο που αγόρασα από τον καλύτερο μέσα στην πόλη μυροπώλη.»

Και το σκυλί, κουνώντας την ουρά, κάτι που είναι, πιστεύω, σε τούτα τ’ άμοιρα πλάσματα, κάτι αντίστοιχο του γέλιου και του μειδιάματος, πλησιάζει και ακουμπά με περιέργεια την νοτερή μουσούδα του στο αποσφραγισμένο φιαλίδιο· τότε, πισωπατώντας ξαφνικά με τρόμο, μου γαβγίζει, λες, επιτιμώντας με.

«– Α, άθλιο σκυλί, αν σου ‘χα προσφέρει ένα πακέτο με σκατά, θα τα οσμιζόσουν σαν να ‘ταν λιχουδιά και θα τα είχες ίσως, μάλιστα, αμέσως χάψει. Ακόμα κι εσύ, ανάξιε σύντροφε της θλιβερής ζωής μου, μοιάζεις σ’ αυτό με το κοινό, που όταν του παρουσιάζεις αρώματα λεπτά απελπίζεται, αφού τις καλοδιαλεγμένες ξέρει μόνο να εκτιμά κουράδες.»


X
ΣΤΗ ΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Επιτέλους! Μόνος! Δεν ακούγεται πια παρά ο ήχος από τις λιγοστές αργοπορημένες και κατάκοπες άμαξες στο βάθος της νύχτας. Για μερικές ώρες θ’ αξιωθούμε τη σιωπή, και ίσως τη γαλήνη. Επιτέλους! Η τυραννίδα του ανθρώπινου προσώπου εξαφανίζεται και δεν έχω πια να υποφέρω παρά μονάχα από τον εαυτό μου.

Επιτέλους! Είμαι επιτέλους ελεύθερος ν’ αφεθώ σ’ ένα λουτρό σκοτάδια! Πρώτα-πρώτα διπλοκλειδώνω την κλειδωνιά. Μου φαίνεται πως αυτή η επιπρόσθετη στροφή του κλειδιού θα επαυξήσει τη μοναξιά μου και θα ενισχύσει τα οδοφράγματα που με χωρίζουνε πραγματικά από τον κόσμο.

Ζωή φρικτή! Πόλη φρικτή! Ας ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν, την αποψινή μέρα: έχοντας δει μερικούς ανθρώπους των γραμμάτων, εκ των οποίων ο ένας με ρώτησε εάν θα μπορούσε άραγε να επισκεφτεί κανείς την Ρωσία δια ξηράς (προφανώς θεωρούσε πως επρόκειτο για νησί)· έχοντας φιλονικήσει γενναιόδωρα με τον διευθυντή κάποιας επιθεώρησης, ο οποίος σε κάθε αντίρρηση ανταπαντούσε:

«Ακούστε, κύριε μου, εδώ είμαστε έντιμοι άνθρωποι», αφήνοντας να εννοηθεί πως οι συντάκτες όλων των υπολοίπων δεν είναι παρά κανάγιες· έχοντας χαιρετήσει καμιά εικοσαριά άτομα εκ των οποίων δεν γνώριζα τουλάχιστον τα δεκαπέντε· έχοντας διανείμει ισάριθμες χειραψίες κι ετούτο δίχως να έχω καν φροντίσει ν’ αγοράσω γάντια· έχοντας ανέβει, κατά τη διάρκεια μιας νεροποντής, εν μέρει για να σκοτώσω το χρόνο μου, στο δώμα μιας πόρνης που με παρακάλεσε να τη σχεδιάσω με την περιβολή της Αφροδίτης· έχοντας περάσει από έναν διευθυντή θεάτρου, ο οποίος μου είπε δίνοντάς μου τα παπούτσια στο χέρι: «Καλά θα κάνατε ν’ απευθυνθείτε στον Ζ. …είναι ο πιο βαρύς, ο πιο ηλίθιος κι ο πιο δημοφιλής από τους συγγραφείς μου, όλο και κάτι θα κερδίσετε από τη γνωριμία μαζί του.

Δείτε τον κι έπειτα ξαναμιλάμε αν είναι» και ο οποίος εν συνεχεία με εκθείασε (γιατί άραγε;) για διάφορες πρόστυχες πράξεις που ουδέποτε διέπραξα και αποσιώπησε άλλες που με χαρά διέπραξα, κακούργημα φανφαρονισμού, έγκλημα εναντίον του ανθρώπινου σεβασμού· έχοντας αρνηθεί σ’ έναν φίλο μια εύκολη εξυπηρέτηση κι έχοντας δώσει συστατική επιστολή σ’ ένα υποκείμενο ολωσδιόλου γελοίο· ουφ! Εντάξει, τέλειωσε πια;

Δυσαρεστημένος απ’ όλους και κυρίως από τον εαυτό μου, θα ήθελα να μ’ αποζημιώσω και να μεθύσω λιγάκι μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή της νύχτας. Ψυχές εκείνων που αγάπησα, ψυχές εκείνων που τραγούδησα, δώστε μου δύναμη, στηρίχτε με, πάρτε από πάνω μου το ψέμα και τις διαφθείρουσες του κόσμου αναθυμιάσεις· κι εσύ Κύριε και Θεέ μου! κάνε να γράψω δυο στίχους τουλάχιστον της προκοπής, δύο μονάχα στίχους, ώστε ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν είμαι ο τελευταίος των τελευταίων, ο έσχατος μες στους ανθρώπους, πως δεν είμαι ακόμα χειρότερος κι από εκείνους που τόσο φρικτά καταφρονώ!


XLIV
Η ΣΟΥΠΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Το νόστιμο μικρό τρελό μου μ’ είχε καλέσει για δείπνο, κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας αγνάντευα τις κινούμενες αρχιτεκτονικές που ο Θεός φτιάχνει με τους υδρατμούς, τις θαυμαστές κατασκευές του μη απτού. Και μονολογούσα αγναντεύοντας: «Όλες αυτές οι φαντασμαγορίες είναι σχεδόν τόσο όμορφες όσο και τα μάτια της όμορφης αγαπημένης μου, της μικρής τρελής ακόλαστης με τα πράσινα μάτια.»

Και τότε στα καλά καθούμενα νιώθω ένα βίαιο χτύπημα με τη γροθιά στην πλάτη κι ακούω μια φωνή τραχιά και γοητευτική, μια φωνή υστερική και σα βραχνιασμένη απ’ τη ρακή, τη φωνή της όμορφης μικρής αγαπημένης μου που φώναζε: «– Τι θα γίνει επιτέλους ρε γαμιόλη μπάσταρδε έμπορα σύννεφων, θα ‘ρθεις να φας τη σούπα σου;»


L
ΣΚΥΛΙΑ ΚΑΛΑ

Στον κ. Joseph Stevens3

Δεν κοκκίνισα ποτέ μου, ούτε καν ενώπιον των νεαρών συγγραφέων του αιώνα μου, για τον θαυμασμό που τρέφω για τον Μπουφόν· μα σήμερα δεν θα καλούσα σε βοήθειά μου την ψυχή αυτού του ζωγράφου της στομφώδους φύσης. Όχι.

Αντίθετα, στον Στερν θ’ απευθυνόμουν ευχαρίστως και θα του ‘λεγα: «Κατέβα απ’ τον ουρανό ή ανέβα ως εμένα απ’ τα Ηλύσια Πεδία, έλα να μου εμπνεύσεις για τα σκυλιά -σκυλιά καλά, σκυλιά φτωχά-, ένα άσμα αντάξιό σου, χωρατατζή αισθηματία, αμίμητε χωρατατζή! Γύρνα καβάλα πάνω στον ξακουστό εκείνον γάιδαρο σου που σε συνοδεύει πάντοτε στη μνήμη της αιωνιότητας· και φρόντισε, φρόντισε, να μην ξεχάσει αυτός ο γάιδαρος να κουβαλά, κρεμασμένα από τα χείλη του γλυκά, τα αιώνιά του αμυγδαλωτά!»

Πίσω μούσα ακαδημαϊκή! Σ’ έχω γραμμένη στα παλιά μου τα παπούτσια γριά σεμνότυφη κυράτσα! Επικαλούμαι τη γνώριμή μου μούσα, την πολίτισσα, τη ζωντανή να με συντρέξει να τραγουδήσω τα σκυλιά, σκυλιά καλά, σκυλιά φτωχά, κοπρόσκυλα μεγάλα, εκείνα που όλοι τα διώχνουνε και τα προγκάν και λεν που κουβαλούνε λοιμικά και που ‘ναι γεμάτα ψείρες, εκτός απ’ τον φτωχό που μόνο εκείνος τα πονά κι από τον ποιητή που τα κοιτά αδελφικά στα μάτια.

Μακριά απ’ τα κομψευόμενα σκυλιά, τ’ αυτάρεσκα τετράποδα, δανέζικα, κινγκ-τσαρλς, μπουλντόγκ ή αλιτήρια, τα τόσο γεμάτα από τον εαυτό τους που τρέχουν αδιακρίτως και χιμούν στις γάμπες ή στα γόνατα του επισκέπτη, σίγουρα πως αρέσουν, φασαριόζικα σαν τα παιδιά, ηλίθια σαν πουτάνες, ευέξαπτα κι αναιδή σαν υπηρέτες κάποτε. Μακριά κυρίως απ’ τα λαγωνικά, τα φίδια αυτά που περπατούν στα τέσσερα, αναρριγώντας, ραχατεύοντας, και που δεν κατοικεί στις αιχμηρές μουσούδες τους όσφρηση αρκετή για να μπορούν ν’ ακολουθήσουνε τα ίχνη κάποιου φίλου, ούτε και στα πεπλατυσμένα τους κεφάλια νόηση αρκετή για να μπορούν να παίξουν ντόμινο.

Στα τσακίδια όλα αυτά τα κουραστικά παράσιτα!

Ας επιστρέψουνε στις μεταξωτές και στις βαμβακερές τους κόχες. Εγώ τραγουδώ τον κοπρίτη σκύλο, τον φτωχό σκύλο, τον άστεγο σκύλο, τον αδέσποτο, τον σκύλο σαλτιμπάγκο, το σκύλο που το ένστικτό του, σαν του φτωχού, του θεατρίνου, του αλήτη, είναι εξαίσια οξυμμένο απ’ την ανάγκη, αυτήν την καλή μητέρα, την μόνη αληθινή προστάτιδα κάθε νοημοσύνης.

Τραγουδώ τα τραγικά σκυλιά, όχι μονάχα αυτά που περιφέρονται στ’ απόκρημνα βάραθρα των απέραντων μητροπόλεων μοναχικά, αλλά κι εκείνα που ψιθύρισαν σε κάθε παρατημένο άνθρωπο, με μάτια πνευματικά, μεγάλα, που ανοιγόκλειναν: «Πάρε με μαζί σου, κι απ’ τη διπλή μας εξαθλίωση ίσως να φτιάξουμε μια κάποια ευτυχία!»

«Πού πάνε τα σκυλιά;» αναρωτιόταν κάποτε ο Νεστόρ Ροκπλάν σε μια αθάνατη επιφυλλίδα, που έχει πλέον κι αυτός αναμφίβολα ξεχάσει και που μόνο εγώ, άντε και ο Σαιντ-Μπεβ, θυμόμαστε ακόμα σήμερα.

Πού πάνε τα σκυλιά, αναρωτιέστε, άνθρωποι αδιάφοροι; Πάνε στις δουλειές τους.

Ραντεβού επαγγελματικά, ραντεβού ερωτικά. Μες στην ομίχλη, μες στο χιόνι, μες στα σκατά, μες στο λιοπύρι που δαγκώνει, κάτω απ’ τα ποτάμια της βροχής, πάνε, έρχονται, τροχάζουν, περνάν κάτω απ’ τις άμαξες, οιστρηλατημένα από τις ψείρες, το πάθος, την ανάγκη ή το καθήκον. Ξυπνάνε απ’ τα χαράματα, όπως εμείς, κι αναζητούν τα προς το ζην ή τρέχουν όπου οι απολαύσεις τα καλούν.

Κάποια πλαγιάζουν σε χαλάσματα των προαστίων κι έρχονται, κάθε μέρα, μιαν ορισμένη ώρα, ν’ απαιτήσουν το πεσκέσι τους στην πόρτα μιας κουζίνας του Παλέ-Ρουαγιάλ· άλλα τρέχουν αγεληδόν πάνω από πέντε λεύγες για να μοιραστούν το γεύμα που τους ετοίμασε η ελεημοσύνη μιας εξηντάχρονης γεροντοκόρης που η άπραγη καρδιά της δόθηκε στα κτήνη επειδή ηλίθιοι άνδρες δεν τη χρειάζονταν πια.

Άλλα, σαν νέγροι δραπέτες, τρελαμένα απ’ τον έρωτα, εγκαταλείπουν, σε ορισμένες μέρες, την επαρχίας τους για να έρθουν στην πόλη, να χοροπηδήσουν για καμιά ώρα γύρω-γύρω από μια όμορφη σκύλα, παραμελημένη λιγάκι, αλλά περήφανη και ευγνώμων.

Και είναι όλα πολύ ακριβή, χωρίς καρνέ, χωρίς σημειώσεις και δίχως χαρτοφύλακες.

Έτυχε, άραγε, να γνωρίσετε καθόλου το οκνό Βέλγιο και να θαυμάσετε, όπως εγώ, όλα τα ρωμαλέα σκυλιά που είναι ζεμένα στο κάρο του χασάπη, του φούρναρη ή της γαλατούς και που επιδεικνύουν, με τα θριαμβευτικά γαβγίσματά τους, την αγέρωχη χαρά που νιώθουν έτσι που ανταγωνίζονται τα άλογα;

Και ιδού δύο που είναι ακόμη περισσότερο πολιτισμένα.
Σχετική εικόνα

Επιτρέψτε μου να σας εισάγω στην κάμαρη του απόντος σαλτιμπάγκου. Ένα κρεβάτι, από ξύλο βαμμένο, χωρίς κουρτίνες, τα σκεπάσματα να σέρνονται γεμάτα κοριούς, καρέκλες από άχερο, μια μαντεμένια σόμπα, ένα ή δύο ξεχαρβαλωμένα μουσικά όργανα. Τι θλιβερή επίπλωση! Κοιτάξτε όμως, σας παρακαλώ, αυτά τα δυο, όλο εξυπνάδα, πλάσματα ντυμένα με ρούχα ξεφτισμένα και μεγαλοπρεπή ταυτόχρονα, χτενισμένα σαν τροβαδούροι ή σαν στρατιωτικοί, που επιβλέπουν με προσοχή μάγων το απερίγραπτο σκεύασμα που σιγοβράζει στην αναμμένη σόμπα, κι από το κέντρο του οποίου εξέχει μια μεγάλη κουτάλα, φυτεμένη σαν έναν από εκείνα τα δοκάρια που υψώνονται στον αέρα αναγγέλλοντας την ολοκλήρωση μιας οικοδομής.

Δεν δικαιούνται, ηθοποιοί με τέτοιον ζήλο, να τυλώσουν την κοιλιά τους με μια παχιά σούπα χορταστική πριν πάρουνε τους δρόμους; Και δεν θα συγχωρούσατε λιγάκι τη φιληδονία αυτών των φτωχοδιαβόλων που όλη τη μέρα έχουν να αντιμετωπίσουν την αδιαφορία του κοινού και τις αδικίες ενός διευθυντή που κρατάει για την πάρτη του το μεγαλύτερο κομμάτι και τρώει μόνος του περισσότερη σούπα από τέσσερις ηθοποιούς μαζί;

Είναι πολλές φορές που παρατήρησα, με τρυφερή συγκίνηση, χαμογελώντας, όλους αυτούς τους τετράποδους φιλοσόφους, σκλάβοι ευπειθείς, υποταγμένοι ή αφοσιωμένοι, που το ρεπουμπλικανικό λεξικό άνετα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως επισήμους αν η κοινοπολιτεία, τόσο απασχολημένη κατά τ’ άλλα με την ευημερία των ανθρώπων, έβρισκε λίγο χρόνο να καταπιαστεί με την τιμή των σκύλων!

Κι είναι πολλές φορές που συλλογίστηκα

Κι είναι πολλές φορές που συλλογίστηκα πως ίσως να υπάρχει κάπου κάποιο μέρος (ποιος ξέρει, άλλωστε;), όπου θα ανταμείβεται τόσο κουράγιο, τόση υπομονή και τόσος μόχθος, ένας παράδεισος ιδιαίτερος για τα καλά σκυλιά, για τα φτωχά σκυλιά, κάθε κοπρόσκυλο θλιμμένο. Εδώ ο Σβέντεμποργκ βεβαιώνει πως υπάρχει ένας για τους Τούρκους και άλλος ένας για τους Ολλανδούς!4

Οι βουκόλοι του Βιργιλίου και του Θεόκριτου ανέμεναν ως ανταμοιβή για τα διάφορα τραγούδια τους ένα καλό τυρί, ένα φλάουτο απ’ τον καλύτερο κατασκευαστή ή μια κατσίκα με μαστάρια φουσκωμένα. Ο ποιητής που τραγούδησε τα φτωχά σκυλιά έλαβε ως ανταμοιβή ένα ωραίο γιλέκο ενός ορισμένου χρώματος, ξεθωριασμένου και πλούσιου ταυτόχρονα, που φέρνει στον νου τους φθινοπωρινούς ήλιους, την ομορφιά των ώριμων γυναικών και τα καλοκαίρια του Σαν-Μαρτάν.

Κανένας απ’ όσους ήταν παρόντες στην ταβέρνα της οδού Βίλα-Ερμόζα δεν θα ξεχάσει με τι τσαντίλα αποδύθηκε ο ζωγράφος του γιλέκου του χάριν του ποιητή, όταν κατάλαβε πόσο επιδέξιος κι ειλικρινής ήταν εκείνος όταν τραγουδούσε τα φτωχά σκυλιά.

Σαν κάποιον μεγαλόσχημο τύραννο Ιταλό, του παλιού καιρού, που προσέφερε στον θείο Αρετίνο ένα εγχειρίδιο διακοσμημένο με πετράδια ή έναν μανδύα της αυλής για ένα πολύτιμο σονέτο ή για ένα παράξενο ποίημα σατιρικό.

Και έτσι, κάθε φορά που ο ποιητής φορά το γιλέκο του ζωγράφου δεν μπορεί παρά να συλλογίζεται τα καλά σκυλιά, τα φιλοσοφημένα, τα καλοκαίρια του Σαν-Μαρτάν και την ομορφιά των πολύ ώριμων γυναικών.


Παραπομπές

1 Ο Arsène Houssaye (1815-1896) ήταν Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος. Υπήρξε διευθυντής του λογοτεχνικού τμήματος της εφημερίδας La Presse. Το 1862 αποφάσισε να διακόψει την έκδοση των Μικρών Ποιημάτων σε Πεζό που φιλοξενούσε στην εφημερίδα του σε συνέχειες μετά από τη δημοσίευση είκοσι κειμένων -και με την αφορμή ότι έξι εξ αυτών είχαν δημοσιευτεί ξανά-, φοβούμενος ότι το περιεχόμενό τους ήταν υπερβολικά σκανδαλιστικό για το κοινό της εποχής. Οι μέχρι τότε φιλικές σχέσεις των δύο ανδρών διακόπηκαν και ο Μπωντλέρ λίγο αργότερα στο ανέκδοτο, αυτοβιογραφικής υφής κείμενο Mon cœur mise ànu συμπεριλαμβάνει τον Ουσέ στη «λίστα των καθαρμάτων» («liste des canailles»).

2 Ο Aloysius Bertrand (ή, όπως ήταν το κανονικό του όνομα Louis Jacques Napoléon Bertrand) (1807-1841) ήταν Γάλλος ποιητής, δραματουργός και δημοσιογράφος. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν σε βιβλίο από τον David dAngers και τον Victor Pavie τα κείμενα που συγκροτούν τον Γκασπάρ της Νυκτός (Gaspard de laNuit, 1842). Το βιβλίο δεν έτυχε καμιάς εμπορικής επιτυχίας και τον καιρό που γράφει αυτό το κείμενο ο Μπωντλέρ, το έργο του Μπερντράντ δεν διαβαζόταν πια από κανέναν.

Πολύ αργότερα, κατά τον 20ο αι. κατέκτησε τη θέση που του αξίζει και χάρισε στον συγγραφέα του, που θεωρήθηκε ο επινοητής του «poème enprose» («ποίημα σε πεζό»), την υστεροφημία. Πάντως, και παρά τα όσα διακηρύττει εδώ ο ίδιος ο συγγραφέας, η επιρροή που άσκησε ο Μπερντράντ στον Μπωντλέρ φαντάζει μάλλον ασήμαντη, καθώς τα δύο έργα είναι ουσιωδώς διαφορετικά.

3 Ο Joseph Stevens (1819-1892) ήταν Βέλγος ζωγράφος.

Αγαπημένο του θέμα ήταν τα σκυλιά. Εδώ, ο Μπωντλέρ αναφέρεται σ’ έναν τουλάχιστον πίνακά του, με τίτλο LIntérieur du saltimbanque (1857). Ο Στήβενς ήταν από τους ελάχιστους καλλιτέχνες με τους οποίους ο Μπωντλέρ συνδέθηκε φιλικά στο Βέλγιο. Σύμφωνα με ένα σχόλιο του Πουλέ-Μαλασσί το στοίχημα μεταξύ Μπωντλέρ-Στήβενς, που αναφέρεται στο τέλος του κειμένου, με έπαθλο το γιλέκο του δεύτερου, είναι πραγματικό γεγονός.

4 Ο Emanuel Swedenborg (1688-1772) ήταν Σουηδός θεολόγος και μυστικιστής. Το έργο του άσκησε τεράστια επίδραση σε όλη την Ρομαντική Ευρώπη, καθόλην τη διάρκεια του 19ου αι. Εδώ ο Μπωντλέρ αναφέρεται στο έργο του Vera Christiana Religio (1771) που μεταφράστηκε στα γαλλικά το 1853 από τον Le Boys des Guays.

το άρθρο αλιεύθηκε από εδώ: http://1-2.gr/2017/05/31/sarl-mpontler-mikra-poihmata-se-pezo/

χρήσιμοι σύνδεσμοι: Μπωντλαίρ: η ποίηση που ξεπέρασε την κατάρα

Η ταραχώδης σχέση του Ρεμπώ με τον Βερλαίν

Κ. Παπακωνσταντίνου: «Καρυωτάκης και Λαπαθιώτης: Καταραμένοι ή κατά… δικασμένοι να ζήσουν ελεύθερα;»

Γιώργος Κοζίας: «Μνήμη Κώστα Καρυωτάκη»

Γιώργος Κοζίας: «Εμβατήριο με σφιγμένα δόντια»

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply