Γουώλτ Γουίτμαν, Τρία ποιήματα (5/51819 – 26 Μαρτίου 1892)

Γουώλτ Γουίτμαν, Τρία ποιήματα
Μεταφράζει η Μαρία Θεοφιλάκου

Η αμερικανική εργατική τάξη γέννησε το 1819 τον βάρβαρο φιλόσοφο που θα έγραφε ένα έπος-χαστούκι στον αμερικανικό κομφορμισμό και έπος-εφαλτήριο για τις μελλοντικές γενιές  ποιητών. Τα «Φύλλα Χλόης» (Leaves of Grass) τυπώθηκαν από τον Γουώλτ Γουίτμαν, με δικά του έξοδα, για πρώτη φορά το 1855, και επανεκδόθηκαν πολλές φορές τις επόμενες δεκαετίες, ολοένα και πιο εμπλουτισμένα. Στην αρχική έκδοση δεν υπήρχε το όνομα του ποιητή, παρά μόνο ένα πορτρέτο του με κόκκινο πουκάμισο, και μια νύξη στο σώμα του κειμένου:
«Walt Whitman, ένας Αμερικανός, ένας από τους άξεστους, ένας κόσμος, ρέμπελος, σαρκικός, και αισθησιακός, όχι αισθηματίας, όχι στεκόμενος πάνω από τους άντρες ή τις γυναίκες ή χώρια από αυτούς, όχι περισσότερο μετριοπαθής απ’ όσο αλαζόνας».
Από τις μυστικιστικές συμφωνίες του με τους αναγνώστες του (μία τέτοια μεταφράζεται εδώ, εμπνευσμένη από ένα πορτρέτο του ποιητή, χαραγμένο από τον Ουίλλιαμ Τζ. Λίντον το 1871) ως τη διαρκή αναζήτησή του για τον παλμό της ζωής πέρα ακόμα κι από τη ζωή, ο Γουώλτ Γουίτμαν έχυσε στο χαρτί όλη τη δύναμη ενός ελεύθερου πνεύματος: ύμνησε τη φύση, και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν• τραγούδησε την αξία του κάθε άνδρα και της κάθε γυναίκας ως όντος αυτοκαθοριζόμενου• αποτύπωσε την ορμητική του αμφισεξουαλικότητα στο χαρτί, και τάχθηκε κατά της καταδυνάστευσης ανθρώπου και λαών.

Βέβηλος ή υμνητής, εγωπαθής ή ουμανιστής, ασελγής της σάρκας ή εξομολογητής της ψυχής, αμετάφραστος δηλαδή (όπως το επιθυμούσε), ο Γουώλτ έχει πλέον κερδίσει την περίοπτη θέση του στο πάνθεο των μεγάλων ποιητών. Και πάλι ανυπότακτος όμως, ηχεί, ακόμα, τον βαρβαρικό του αλαλαγμό πάνω απ’ τις στέγες του κόσμου (1).

Έξω από αυτήν τη Μάσκα
(παίρνοντας θέση μπροστά σ’ ένα πορτρέτο)

1
Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
(Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες—αυτή προτιμημένη,)
Τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα, σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,
(Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα— ω ουρανέ!
Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)
Αυτό το λούστρο απ’ του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστό τον λάκκο,
O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς—αυτή η απέραντη μικρή χώρα—αυτή η άηχη θάλασσα•
Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης—από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη•
Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος—(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν,
Εδώ η ιδέα—όλη σ’ αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη•)
Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα, να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
Να εκτοξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό,περιστρεφόμενο διάστημα—από αυτά για να πηγάσει,
Προς Εσένα, όποιος και νά ‘σαι—ένα Βλέμμα.

2

Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων — ειρήνης και πολέμων,
Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
(Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,
Τραγούδια, αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ’ Εσένα αγνάντια
Εγώ γυρίζω,
Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό,
Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ,
Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου,
Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.

Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή! Ω εαυτέ μου! ω ζωή!… των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται•
Των ατελείωτων τρένων των απίστων— πόλεων έμπλεων με τους ανόητους•
Του εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου, (καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
Ματιών που μάταια ποθούν το φως— των επονείδιστων στόχων—του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει,
Των φτωχών εκβάσεων των πάντων— των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου•
Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας— με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων,
Το ερώτημα, ω εαυτέ μου! τόσο λυπητερό, επανέρχεται—Τί το καλό μέσα σε αυτά, ω εαυτέ μου, ω ζωή;

Απάντηση.
Ότι είσαι εδώ—ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα•
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται, και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

Η Τελευταία Επίκληση
Στα τελευταία, με τρόπο μαλακό,
Από τους τοίχους της σθεναρής οχυρωτής εστίας,
Από την πόρπη των πλεγμένων κλειδαριών, από τη φύλαξη των καλά κλεισμένων θυρών,
Άσε με να εκπνευστώ.Άσε με να γλιστρήσω αθόρυβα προς τα μπροστά•
Με το κλειδί της απαλότητας ξεκλείδωσε τις κλειδαριές—με έναν ψίθυρο,
Θέσε ορθάνοιχτες τις πόρτες ω ψυχή.Μαλακά—μην ανυπόμονη φανείς,
(Δυνατό είναι το κράτημά σου, ω σάρκα εφήμερη,
Δυνατό είναι το κράτημά σου, ω αγάπη).

 

Παραπομπή:
1) στίχος του ποιητή από το Τραγούδι του Εαυτού μου (Song of Myself, Νο 52), Φύλλα Χλόης.

πηγή, φωτογραφία: https://www.vakxikon.gr
το άρθρο υπάρχει εδώ:
https://www.vakxikon.gr/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%8E%CE%BB%CF%84-%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%84%CE%BC%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Σχετικός σύνδεσμος:
Γιώργος Κοζίας – To τραγούδι της Σειρήνας
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply