«Δρόμοι παλιοί» και αγάπες μακρινές  

Γράφει ο αγαπημένος:

«Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιά
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ…» (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Να περπατάς στους δρόμους, που αγάπησες και μίσησες ατέλειωτα. Να προχωράς μέσα στη νύχτα, όταν κατακάθεται η σκόνη των ψυχών. Μόνος με τον εαυτό σου, δίχως να γνωρίζεις κανέναν. Ψάχνοντας την ασήμαντη παρουσία σου σε κάθε γωνιά. Στις διασταυρώσεις, που οι δρόμοι συναντιούνται, συστήνονται, συνομιλούν, πριν καν συναντηθούν οι ζωές και οι διαβάτες. Στους γαλάζιους, στιλπνούς οδοθέτες που αποκαλύπτουν στους περαστικούς, την ταυτότητα, τα μυστικά κάθε δρόμου. Οδός… αριθμός! Μελίχου και Μιλτιάδου, γωνία… Μελανίππου και Κομαιθούς… Τρικλαρίας Αρτέμιδος… Ευρυπύλου… Διόνυσου του Αισυμνήτη.

Διασταυρώσεις

Οι δρόμοι, τα πρόσωπα τους, οι ζωές, οι νίκες και οι συντριβές. Αραιά και που – όλο και πιο σπάνια, όμως – οι έρωτες, οι αγάπες, οι θυσίες των θνητών! Συνήθως, τυχαίνει να βαδίζουμε αδιάφοροι και βιαστικοί. Χαμένοι στις σκιές της σκέψης μας. Άλλοτε, πάλι, κάνουμε μία στιγμιαία παύση, συνοδευμένη με μία «αφελή» απορία, που τις περισσότερες φορές παραμένει αναπάντητη. Τις περισσότερες φορές, βέβαια, παραμένοντας απορροφημένοι στον καθημερινό πυρετό και τη ρουτίνα. Ελάχιστοι πια στρέφουν το βλέμμα τους, στις γωνίες των δρόμων. Ελάχιστοι ενδιαφέρονται, αναρωτιούνται. Και ακόμη λιγότεροι ενδίδουν στον πειρασμό ν’ ασχοληθούν με τη ζωή κάποιου άλλου. Η ερώτηση, συνήθως, φαντάζει ανούσια και περιττή.

Κάπως έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε και σε μένα η απορία. Με αφορμή ένα στενάκι, με το κάπως ανοίκειο όνομα του μυθικού, λέει, ήρωα Μελάνιππου. Του ίδιου προσώπου που, για τρία περίπου χρόνια, έβλεπα καθημερινά κρεμασμένο στην πέτρινη μάντρα του σπιτιού, που τότε έμενα. Και να, που τώρα προσέρχομαι και ξετυλίγω την ανέμη ενός μύθου αρχέγονου. Αυτού που, κάποια μέρα, ήρθε σαν δώρο και στη δικιά μου ζωή, για να μου μάθει πώς ερωτεύτηκαν κάποτε δύο άνθρωποι. Πώς όρισαν τη ζωή τους. Ποιό ήταν, εν τέλει, το μέτρο και το τίμημα της ελευθερίας τους!

Ο μύθος του δρόμου 

Η Πάτρα, κατά πως λέγεται, ήταν μία περιοχή οργιώδους βλάστησης. Γι’ αυτό και οι κάτοικοι φυσικό ήταν να λατρεύουν την Άρτεμη, την προστάτιδα των κυνηγών, από κοινού με τον Διόνυσο, τον Αισυμνήτη (ακριβοδίκαιος ηγεμών).

Κάπου εκεί, στον 12 αιώνα π.Χ., οι τρεις δήμοι της περιοχής ενώθηκαν, προς τιμήν της θεάς. Αρόη, Άνθεια και Μεσσάτις ήταν οι τρεις δήμοι της πόλης. Αφού, λοιπόν. ενώθηκαν σε μία κοινότητα, Τρικλαρία βάφτισαν την Άρτεμη. ΕΞάλλου, τότε, κλήρους ή κλάρους (βλ. δωρική διάλεκτο) ονόμαζαν τους δήμους στον τόπο μας.

Επιστρέφοντας, πάντως, στα «Αχαϊκά», ο Παυσανίας μάς αφηγείται αυτόν τον έρωτα.

«Λένε πως κάποτε συνέβη να είναι ιέρεια της θεάς η Κομαιθώ, μία εξαιρετικά ωραία παρθένος και πως έτυχε να είναι ερωτευμένος μαζί της ο Μελάνιππος, ο οποίος και στα άλλα ξεπερνούσε τους συνομηλίκους του, ιδιαίτερα όμως στη σωματική ομορφιά»….«Όταν ο Μελάνιππος έκαμε την παρθένο να τον ερωτευθεί εξ ίσου, τη ζήτησε σε γάμο από τον πατέρα της. Αλλά όπως συμβαίνει συχνά με τα σκουριασμένα μυαλά των γερόντων, ο πατέρας της Κομαιθούς αρνήθηκε να δώσει την κόρη του, νύφη στον ασεβή βοσκό».

Ανόσιοι έρωτες         

Ο Μελάνιππος όμως και η αγαπημένη του ιέρεια Κομαιθώ δεν έκαναν πίσω, μετά την απόρριψη του γέροντα πατέρα. Αντιθέτως, αυτή του η άρνηση αποδείχθηκε αρκετή, για να φουντώσει ακόμη περισσότερο τη φλόγα της αγάπης τους. Και όταν ο έρωτάς τους κατακρίθηκε και χλευάστηκε ως ανήθικος, παράνομος και ανοίκειος, τότε οι δύο ερωτευμένοι έκαναν την φλόγα πυρκαγιά. Παραδόθηκαν στην πυρκαγιά, δίχως τον παραμικρό φόβο.

Αποφάσισαν να σπιτώσουν τον έρωτά τους σε τόπο ιερό, και μάλιστα μέσα σε μία «εκκλησία». Στο ναό που εκείνη την εποχή λατρευόταν η Άρτεμις, ως θεά της αγνότητας και της παρθενίας!!

Και αφηγείται ο Παυσανίας: «Και φάνηκε από ό, τι συνέβη στην περίπτωση του Μελάνιππου, αλλά και σε πολλές άλλες, πως ο έρωτας είναι ικανός και τα νόμιμα των ανθρώπων να συγχύσει και τις τιμές των θεών να ανατρέψει»

«Μέσα στο ιερό της Άρτεμης (!), η Κομαιθώ και ο Μελάνιππος ικανοποίησαν το πάθος του έρωτά τους… Γιατί συνέβη στο εξής το ζεύγος αυτό να χρησιμοποιεί το ιερό ως νυφικό θάλαμο, ενώ τους ανθρώπους άρχισε να τους φθείρει η οργή της Άρτεμης με το να μην αποδίδει η γη κανένα καρπό, αλλά και αρρώστιες ασυνήθιστες να πέσουν και θάνατοι να σημειωθούν απ’ αυτές περισσότεροι παρά πριν».

Ο Αμείλιχ (τ) ος ποταμός

«Τότε η πόλη κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών, και η Πυθία κατηγόρησε το Μελάνιππο και την Κομαιθώ. Και ήρθε χρησμός κι αυτούς τους δυο να θυσιάσουν στην Άρτεμη, αλλά και κάθε χρόνο να θυσιάζουν στη θεά ένα νέο και μια νέα παρθένο που θα υπερτερούσαν στην ομορφιά».

«Εξαιτίας δε της θυσίας αυτής, ο ποταμός κοντά στο ιερό της Τρικλαρίας ονομάστηκε Αμείλιχος. [Ο αμείλιχτος, δηλαδή, ο ανελέητος ποταμός.] Πριν δεν είχε κανένα όνομα. Όσοι νέοι και παρθένες χάνονταν – χωρίς κανένα φταίξιμο απέναντι της θεάς, αλλά εξ αιτίας του Μελάνιππου και της Κομαιθούς – και οι ίδιοι ήταν αξιολύπητοι για ό, τι πάθαιναν, αλλά και οι δικοί τους…

Και ολοκληρώνοντας την διήγησή του, ο Παυσανίας αφήνει στους μεταγενέστερους εραστές την δικιά του «αναρχική» παρακαταθήκη:

«Για το Μελάνιππο όμως και την Κομαιθώ προσωπικά δεν πιστεύω πως έπαθαν καμιά συμφορά. Γιατί το μόνο που ισοφαρίζει σε αξία την ανθρώπινη ζωή είναι το να πετύχει κανείς στον έρωτα».

Αν τώρα αναρωτηθείτε πώς κατάφερε η Πάτρα να λυτρωθεί από την κατάρα της Άρτεμης και πώς ο ποταμός Αμείλιχος «καθαγιάστηκε» και ονομάστηκε Μείλιχος – δηλαδή πράος, καλοσυνάτος, όπως ακριβώς λέγεται έως τις μέρες μας – την απορία μάς λύνει ξανά ο μεγάλος περιηγητής, παραμυθάς.

Γι’ αυτό και, σύμφωνα με το μύθο, ο ποταμός κοντά στο ιερό της Τρικλαρίας ονομάστηκε αρχικά Αμείλιχος – δηλαδή, σκληρός, αμείλικτος, ανελέητος. Ένα όνομα που άλλαξε σε Μείλιχος, μονάχα όταν στις όχθες του έπαψε να κυλά νεανικό αίμα!

Το Επιμύθιο των αρχαίων

Ο κόσμος των αρχαίων Ελλήνων, «ο μικρός, ο μέγας», δεν υστερούσε πουθενά… «Πάντα πλήρη θεών» – «όλα είναι γεμάτα από την παρουσία των θεών» – για να προστρέξω στα λόγια του Θαλή του Μιλήσιου.

Γιατί σε αυτόν τον μακρινό κόσμο, ο άνθρωπος μπορεί να ένιωθε μετέωρος κι ευάλωτος απέναντι στο κοσμικό χάος, αλλά αν μη τι άλλο σκεφτόταν, ερωτευόταν, πονούσε, αγωνιούσε, αλλά κυρίως δεν έχανε την ελπίδα του!

Την πίστη του στον Ορθό Λόγο και το Ωραίο.
Την αγάπη του προς την Ελευθερία και τον Ανθρωπισμό

Σε όσους ξόρκισαν το φόβο του Θανάτου

 

το άρθρο δημοσιεύτηκε εδώ:
http://www.nostimonimar.gr/dromi-palii-ke-agapes-makrines

Ηχώ: ο ερωτικός αντίλαλος

Ηχώ και Νάρκισσος – Λαμπέτη και Χορν: «Μυθικοί έρωτες»

Εντίθ Πιάφ: ένα σπουργίτι με τσακισμένα φτερά

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply