Νάντια Κατσαρού: «Γελάσαμε και σήμερα» (χιούμορ και αγένεια στο διαδίκτυο)

facebook – χιούμορ της πλάκας

facebook – χιούμορ της πλάκας

facebook – χιούμορ της πλάκας

facebook: χιούμορ της πλάκας

 

facebook – χιούμορ της πλάκας, ίσως και να ήταν το συμπέρασμα, η βασική εντύπωση. Το επιμύθιο μίας καθημερινής ξενάγησης στον ετερόκλητο μικρόκοσμο του facebook. Ατάκες φτηνιάρικες ή και φθηνές, προβλέψιμες εικόνες, ανούσια λεκτικά πυροτεχνήματα, προς χάρη εντυπωσιασμού και αυτοεπιβεβαίωσης. Η εμμονή του like, η ανυπαρξία ταυτότητας, ιδεολογικού, αισθητικού και γλωσσικού προσανατολισμού

Στάτους φίλου στο φέισμπουκ (και δικού μας παιδιού, παρεμπιπτόντως), με έκανε να γελάσω με τρόπο που έχει καιρό να μου συμβεί και να ταυτιστώ με τη σκέψη, τις ανάποδες στροφές του μυαλού του και τους συνειρμούς του που έδιναν στη φιλοσοφία μια άλλη διάσταση κι ένα άλλο νόημα. Και δεν είναι αστείο. Παρά το γέλιο που έριξα.

Αστεία δεν ήταν και η επίθεση που δέχτηκε στον τοίχο του. Επίθεση που ξεκίνησε με διαφωνία (που δεν κατάλαβα τον λόγο της), διαφωνία που δεν έδωσε βάση στις διευκρινίσεις κι έτσι εξελίχθηκε σε αγένεια. Αγένεια που δεν δέχτηκε να σεβαστεί τον ξένο τοίχο κι έτσι εξελίχθηκε σε χοντροκοπιά, κακεντρέχεια και επιθετικότητα.

Κι εγώ δεν πάω πίσω. Δεν προλαβαίνω να αντιμετωπίζω (αν και τώρα τελευταία βαριέμαι), επιθετικούς τύπους που κατά καιρούς εμφανίζονται κάτω από ένα κείμενο ή στάτους μου, όχι για διάλογο, αλλά για να κάνουν επίδειξη εξυπνάδας και μόνο. Καμιά κριτική με σκοπό τον διάλογο, την ανάλυση, την κατάθεση απόψεων δεν συναντούμε πια. Μόνο φτύσιμο, λάσπη και μπινελίκι.

Έχουμε χάσει τις ανοχές μας, τις αντοχές μας, την ικανότητα για διάλογο. Την ικανότητα για συνύπαρξη δεν χρειάζεται καν να την αναφέρω, διότι πλέον αποτελεί τρυφερή ανάμνηση. Το χειρότερο είναι ότι έχουμε χάσει το χιούμορ μας.

Κάποτε κάτω από έξυπνα στάτους, έβλεπες μια σειρά από έξυπνα σχόλια. Ήταν αφορμές διαλόγων που, ακόμη κι αν δεν οδηγούσαν σε συμπεράσματα, ήταν απολαυστικοί. Ακόμη και οι θιγμένοι απαντούσαν έξυπνα. Και με χιούμορ.Βέβαια, το χιούμορ είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Ασφαλώς έχει να κάνει και με την αντίληψη που κάποιος έχει για τη ζωή και τις καταστάσεις, αλλά και με την καλλιέργειά του. Για παράδειγμα, το γυμνασιακό χιούμορ για κάποιον μαυροχιουμορίστα είναι σάχλα. Ο γυμνασιοχιουμορίστας (δεν τον λέω σαχλό γιατί είμαι ευγενής), άμα πέσει σε βιοτριολικό χιούμορ, θα το θεωρήσει προσβλητικό. Σαχλός και κυνικός δεν κάνουν χωριό και δε γελάει ο ένας με το πνεύμα του άλλου.

Είμαι ευτυχής που οι φίλοι μου ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Και που μπορούμε να γελάσουμε προσπαθώντας να αποφύγουμε τα δηλητηριώδη βέλη που, καλοπροαίρετα, εκτοξεύει ο ένας στον άλλον. Διαθέτουμε την ικανότητα να διακρίνουμε το καλοπροαίρετο από την κακεντρεχή επίθεση.

Οι φυλές του γέλιου και του γελοίου
Αυτό κάναμε εκείνον τον παλιό καλό καιρό (εντάξει, δεν πέρασαν και αιώνες, αλλά με τόσα που συνέβησαν, ήρθαν τα πάνω κάτω), που περνούσαμε καλά κάτω απ’ τα στάτους μας. Περνούσαμε καλά και στις παρέες μας. Που πετούσαμε τα βέλη μας κι ερχόταν ο άλλος να τα αποκρούσει.
Και μπαίναμε στις συζητήσεις και λαϊκάραμε την πετυχημένη ατάκα. Τώρα το λάικ μπαίνει σ’ αυτόν στους οποίου το στρατόπεδο αποφασίσαμε να συνταχθούμε. Πρέπει να χωριστούμε σε στρατόπεδα. Συνήθως οι περισσότεροι πάνε με τον πιο γκρινιάρη, γιατί έτσι, πρέπει να γκρινιάζουμε, αν έχουμε συνείδηση.Επίσης αν έχουμε συνείδηση, το χιούμορ απαγορεύεται. Δεν γίνεται να ζούμε αυτό το δράμα ως λαός και να κάνουμε χιούμορ. Πόση αναισθησία πια; Πρέπει να είμαστε σκυθρωποί, μίζεροι και να γελάμε όλοι χωρίς λόγο, γιατί κάποιος μας είπε ότι «εδώ γελάμε». Στις τηλεοπτικές ή άλλες ατάκες του συρμού που όλοι επαναλαμβάνουμε, για παράδειγμα. Όπως: «Τι δεν καταλαβαίνεις;», «Άσε μας κουκλίτσα μου», «Τυχαίο; Δεν νομίζω», «Αυτά είναι», «Δεν υπάρχει», και άλλα τέτοια που μας έχουν γίνει βιώματα.
Το χιούμορ των δανεικών λέξεων 

Στον έξω κόσμο, τα πράγματα είναι χειρότερα. Ακούς αυτές τις ατάκες να σου έρχονται από παντού ως έξυπνες απαντήσεις ή πνευματώδεις επισημάνσεις, σε σημείο που θέλεις να κλείσεις τ’ αφτιά σου, ή έστω να κυκλοφορείς με ομπρέλα, προκειμένου να γλιτώσεις το κεφάλι σου από τη βροχή των τούβλων.

Ζώντας το χιούμορ των δανεικών λέξεων, αρχίζεις να το ξανασκέφτεσαι. Ίσως να είχες αντιμετωπίσει σκληρά τον σαχλό στο παρελθόν και χάλασες το κάρμα σου. Ίσως η αποστροφή για το γυμνασιακό χιούμορ, στράφηκε εναντίον σου και τώρα πρέπει να ζήσεις με ό,τι σου προσφέρεται. Κανείς δεν έχει να πει κάτι δικό του, εκτός κι αν πρόκειται να σε βρίσει ή να σε προσβάλει. Ατάκες δανεικές, συχνά άσχετες με το αντικείμενο της συζήτησης, σου τρίβονται στη μούρη καθημερινά και πρέπει να τις εκλάβεις ως χιούμορ. Να χάσεις την ικανότητα να δημιουργείς φράσεις, να εκφράζεις σκέψεις.

Έτσι κι αλλιώς, αν δεν περιέχουν κάποια από τις γνωστές ατάκες που περιμένει ο άλλος να ακούσει για να γελάσει, πάνε χαμένες. Πρέπει να συμβιβαστείς με αυτές τις ορολογίες, αν θες να συμβαδίσεις με την εποχή σου. Και να γελάς κάθε φορά που τις ακούς, αντί να ξερνάς. Και να γελάς ακόμη κι αν αυτό που ακούς είναι για κλάματα. Και να μην κάνεις χιούμορ άλλου είδους γιατί θα σου επιτεθούν, της ψωνάρας που πουλάς ξυπνηλίκι.
«Τράτζικ».
Νάντια Κατσαρού
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply