ΓΙΑΝ­ΝΗΣ ΓΑΪ­ΤΗΣ, ένας με­γά­λος, τρα­γι­κά επί­και­ρος ει­κα­στι­κός: ’’Φρο­ντί­στε να σω­θεί­τε, να σω­θού­με­’’!

‘’Οι άν­θρω­ποι, τα Αν­θρω­πά­κια που λέω,το κα­τε­στη­μέ­νο, έφτα­σε σ’ ένα ση­μείο όπου δεν παίρ­νει άλλο να πάει πιο μα­κριά (…) Γί­να­νε ένα νού­με­ρο και τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω. Εδώ εγώ κάνω μια μαρ­τυ­ρία και σας λέω: Φρο­ντί­στε να σω­θεί­τε, να σω­θού­με. Δεν μπο­ρού­σα να κάνω τί­πο­τα άλλο εγώ εκτός απ’ αυτήν τη μαρ­τυ­ρί­α­’’.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Γαίτης

O Γιάν­νης Γα­ΐ­της, με τα ριγέ του «αν­θρω­πά­κια», που κα­ταγ­γέλ­λουν την ομοιο­μορ­φία, τη στει­ρό­τη­τα, την ισο­πέ­δω­ση, την πα­θη­τι­κό­τη­τα, την από­λυ­τη υπο­τα­γή του σύγ­χρο­νου μα­ζι­κού τρό­που ζωής, έχει μια εντε­λώς ξε­χω­ρι­στή πα­ρου­σία στη σύγ­χρο­νη ει­κα­στι­κή ιστο­ρία της Ελ­λά­δας αλλά και της Ευ­ρώ­πης. Ένας τα­λα­ντού­χος καλ­λι­τέ­χνης με βα­θιές ανη­συ­χί­ες. Ένας πραγ­μα­τι­κός δια­νο­ού­με­νος, που έζησε έντο­να την εποχή του. Που επη­ρε­ά­στη­κε από τους άλ­λους και τους επη­ρέ­α­σε και ο ίδιος. Εξάλλου,  βρι­σκό­ταν πά­ντο­τε στο κέ­ντρο του καλ­λι­τε­χνι­κού γί­γνε­σθαι τόσο στην Αθήνα όσο και στο Πα­ρί­σι. Το καυ­στι­κό του χιού­μορ, η κρι­τι­κή του και η βαθιά πο­λι­τι­κή του στάση έδωσαν νέα πνοή στην τέχνη της επο­χής του. Όξυ­ναν τους τρό­πους με τους οποί­ους η τέχνη έρ­χε­ται αντι­μέ­τω­πη με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Γεν­νή­θη­κε στην Αθήνα, στις 4 Μαρ­τί­ου το 1923, με κα­τα­γω­γή από την Τήνο. Από μι­κρός είχε εκ­δη­λώ­σει το εν­δια­φέ­ρον του στη ζω­γρα­φι­κή. Ο πα­τέ­ρας του όμως – σαν τυ­πι­κός γο­νιός – ήθε­λε πρώτα να σπου­δά­σει νο­μι­κή και ‘’μετά ας κάνει ότι θέ­λει­’’. Ει­σά­γε­ται λοι­πόν στη Νο­μι­κή το 1940, όπου φοί­τη­σε ελά­χι­στα εξ΄ αι­τί­ας του πο­λέ­μου που έφερε τα πάνω κάτω.

Οι βάσεις

Το 1942 έκανε την εγ­γρα­φή του στη Σχολή Καλών Τε­χνών, όπου φοί­τη­σε κοντά στον Κ.Παρ­θέ­νη. Η επαφή του όμως με τη σχολή ήταν ελά­χι­στη. Και αυτό, γιατί τε­λι­κά πεί­στη­κε ότι η δι­δα­σκα­λία μάλ­λον εξου­δε­τε­ρώ­νει παρά ελευ­θε­ρώ­νει τις δη­μιουρ­γι­κές δυ­νά­μεις του καλ­λι­τέ­χνη. Και έτσι δεν την τε­λεί­ω­σε ποτέ.

Πα­ράλ­λη­λα με τη Σχολή Καλών Τε­χνών εντά­χθη­κε στην ΕΠΟΝ μαζί με πολ­λούς συμ­φοι­τη­τές και φί­λους του. Ο αγώ­νας των ΕΠΟ­Νι­τών καλ­λι­τε­χνών ήταν πο­λυ­ποί­κι­λος. Ήταν αγώ­νας για την επι­βί­ω­ση, τα συσ­σί­τια, τις σπου­δές, για να κρα­τη­θεί η Σχολή ανοι­χτή και από την άλλη η καλ­λι­τε­χνι­κή δου­λειά με αφί­σες, πλα­κάτ, τρικ (φέιγ – βολάν), για τη δια­φώ­τι­ση και την εμ­ψύ­χω­ση του λαού.

Κάνει την πρώτη του ατο­μι­κή έκ­θε­ση το 1944 στο ατε­λιέ του, στο σπίτι του με την πα­ρου­σία λίγων φίλων του καλ­λι­τε­χνών και ποι­η­τών. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι στα πρώτα του αυτά έργα είχε επη­ρε­α­στεί από τον εξ­πρε­σιο­νι­σμό. Τα χρώ­μα­τα του είναι πολύ τολ­μη­ρά και οι φόρ­μες εξαι­ρε­τι­κά ελεύ­θε­ρες. Στοι­χεία από τα οποία προ­οιω­νί­ζε­ται η με­τέ­πει­τα εξέ­λι­ξή του.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Γαίτης

Επί τρεις συ­νε­χό­με­νες χρο­νιές εκ­θέ­τει στον λο­γο­τε­χνι­κό όμιλο Παρ­νασ­σό. Το 1947, οι 34 πί­να­κές του σαφώς επη­ρε­α­σμέ­νοι από τον κυ­βι­σμό και τον υπερ­ρε­α­λι­σμό δη­μιουρ­γούν με­γά­λο σκάν­δα­λο και την κα­θο­λι­κή απόρ­ρι­ψη του κοι­νού. Ένας πολύ γνω­στός άν­θρω­πος της τέ­χνης έγρα­ψε τότε ότι η ‘’σπλη­να­ντε­ρο­γρα­φία του κ. Γαΐτη είναι για μένα κι­νέ­ζι­κα­’’. Από τους λί­γους που τον στή­ρι­ξαν τότε ήταν ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της μέσα από την αρ­θρο­γρα­φία του στις εφη­με­ρί­δες. Έγραφε τότε: ‘’ Ο κό­σμος του Γιάν­νη Γαΐτη είναι ακρι­βώς ο κό­σμος που πα­λεύ­ει και αγω­νιά για να βρει μέσα από τις τα­ρα­χές των ημε­ρών μας την έκ­φρα­ση και τη μορφή που του ται­ριά­ζουν. Η πάλη είναι σκλη­ρή, μα ο καλ­λι­τέ­χνης δου­λεύ­ει ακα­τά­παυ­στα και δε φο­βά­ται το άγνω­στο­’’…

Η ανατροπή 

Οι λόγοι του σκαν­δά­λου είναι πολ­λα­πλοί. Ο Γα­ΐ­της δεν είχε τε­λειώ­σει την Καλών Τε­χνών. Δεν είχε την προ­στα­σία ή την ανα­γνώ­ρι­ση κά­ποιου δα­σκά­λου. Επί­σης είχε μεί­νει έγκλει­στος σε ψυ­χια­τρι­κές μο­νά­δες στρα­τιω­τι­κών νο­σο­κο­μεί­ων. Είχε φτά­σει μέχρι το Δρο­μο­κα­ΐ­τειο- προ­φα­σι­ζό­με­νος τον ψυ­χι­κά άρ­ρω­στο για να απο­φύ­γει να υπη­ρε­τή­σει στο.κυ­βερ­νη­τι­κό στρα­τό όταν εκλή­θη το 1947 να υπη­ρε­τή­σει τη στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Γαίτης

Η εγκα­τά­στα­ση του στο Πα­ρί­σι το 1954 τον φέρ­νει σε επαφή με καλ­λι­τέ­χνες της λυ­ρι­κής αφαί­ρε­σης και γε­νι­κά με έργα αφη­ρη­μέ­νης τε­χνο­τρο­πί­ας.’’Στην Ελ­λά­δα ήμουν εί­κο­σι χρό­νια μπρο­στά, εδώ είμαι εί­κο­σι χρό­νια πί­σω­’’ γρά­φει, τότε. στους φί­λους του στην πα­τρί­δα…

Γύρω στα 1960 είναι πια ένας ώρι­μος καλ­λι­τέ­χνης. Η ζω­γρα­φι­κή του χωρίς να έχει απο­βάλ­λει το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό ύφος, πλη­σιά­ζει όλο και πιο πολύ το χώρο της φα­ντα­σί­ας. Δη­μιουρ­γεί λυ­ρι­κές συν­θέ­σεις με πλού­σια χρώ­μα­τα και αυ­θόρ­μη­τη έκ­φρα­ση. Ορι­σμέ­νες ει­κό­νες του θυ­μί­ζουν τα πο­λύ­γραμ­μα έργα του Κα­ντίν­σκι της δε­κα­ε­τί­ας του ’20. Όμως, ως προς το πνεύ­μα η ζω­γρα­φι­κή του βρί­σκε­ται πιο κοντά στη ‘’Σχο­λή του Πα­ρι­σιού­’’. Για ένα διά­στη­μα συν­δέ­θη­κε και με διά­φο­ρες ει­κα­στι­κές ομά­δες όπως με τη Nouvelle Figuration.

Στα­δια­κά στρέ­φε­ται στο γε­ω­με­τρι­κό του κόσμο. Το 1967 στο έργο του ‘’Μια ιστο­ρί­α­’’ πρω­τα­γω­νι­στεί το ανώ­νυ­μο αν­θρω­πά­κι, με το οποίο κα­θιε­ρώ­νε­ται στο ευρύ κοινό. Συ­μπιε­σμέ­να σε σαρ­δε­λο­κού­τια, κα­θι­σμέ­να σε κα­ρέ­κλες, άλ­λoτε να εμ­φα­νί­ζο­νται σε ανώ­νυ­μα πλήθη, σε κη­δεί­ες, δια­λέ­ξεις, πο­δο­σφαι­ρι­κούς αγώ­νες. Ομοιό­μορ­φα και ανώ­νυ­μα, τα αν­θρω­πά­κια του εκ­φρά­ζουν την υπαρ­ξια­κή μο­να­ξιά των αν­θρώ­πων. Αυτή που οφεί­λε­ται στον κα­τα­να­λω­τι­σμό και τη μα­ζι­κο­ποί­η­ση της σύγ­χρο­νης κοι­νω­νί­ας. Είναι συμ­βο­λι­κές μορ­φές, απρό­σω­πες και ανώ­νυ­μες που πα­ρου­σιά­ζο­νται μόνες ή μέσα στο ομοιό­μορ­φο πλή­θος. Έχουν μια παι­δι­κή αφέ­λεια με την οποία ει­ρω­νεύ­ο­νται τη σο­βα­ρο­φά­νεια. Στην ουσία, γε­λοιο­ποιούν μια άκρι­τη και απρο­βλη­μά­τι­στη κοι­νω­νία.

Η ταυτότητα της ομοιομορφίας

Tο ύφος τους είναι έντο­να εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό ενώ οι φόρ­μες επί­πε­δες και γε­ω­με­τρι­κές. Στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ως μο­τί­βα με πο­λι­τι­κές προ­ε­κτά­σεις. Το ‘’αν­θρω­πά­κι­’’ είναι ένα ευφυές ει­κο­νο­γρα­φι­κό εύ­ρη­μα που ο Γα­ΐ­της θα το με­τα­χει­ρι­στεί ποι­κι­λο­τρό­πως. Ως ζω­γρα­φι­σμέ­νη μορφή, ως γλυ­πτό, ως στοι­χείο χά­πε­νινγκ, ως κα­τα­σκευή. Μέσα από αυτό θα με­τα­φέ­ρει ένα πλού­σιο κόσμο νοη­μά­των αλλά ταυ­τό­χρο­να θα του επι­τρέ­ψει να δεί­ξει τις ανα­νε­ω­τι­κές του τά­σεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Γαίτης

Το έργο του μόνο φαι­νο­με­νι­κά είναι pop (popular). Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα απο­μυ­θο­ποιεί με τρόπο καυ­στι­κό και ει­ρω­νι­κό την κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νία. Γε­λοιο­γρα­φεί τις λει­τουρ­γί­ες, τους θε­σμούς και τα σύμ­βο­λά της. Η τυ­πο­ποι­η­μέ­νη, επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη και στυ­λι­ζα­ρι­σμέ­νη του μορφή εμπνέ­ε­ται, αλλά ταυ­τό­χρο­να δια­κω­μω­δεί, την προ­γο­νο­λα­τρεία, τους ήρωες και τους θεούς μιας πα­ρελ­θού­σης ακα­δη­μαϊ­κής Ελ­λη­νι­κής σκη­νής. Σε αντί­θε­ση με τους καλ­λι­τέ­χνες της γε­νιάς του ’30 βάζει τέλος στη νο­σταλ­γία του πα­ρελ­θό­ντος.

Σε μια συ­νέ­ντευ­ξη του στον Άρη Δι­καίο, ο ίδιος δι­η­γεί­ται με απλό και σαφή τρόπο την ει­κα­στι­κή του πο­ρεία. ‘’Πέ­ρα­σα από την πα­ρα­στα­τι­κή, τον εξ­πρε­σιο­νι­σμό, τον σου­ρε­α­λι­σμό, την αφη­ρη­μέ­νη, τον κυ­βι­σμό, τη χει­ρο­νο­μια­κή, μέχρι να βρω αυτό που λέ­γε­ται “αν­θρω­πά­κι”. “Το αν­θρω­πά­κι” είναι ο ση­με­ρι­νός άν­θρω­πος, ο άν­θρω­πος μόνος του μεσ’ την κοι­νω­νία. Είναι, αν θέ­λε­τε, από την πα­ρα­γω­γή στην κα­τα­νά­λω­ση. Είναι το ανώ­νυ­μο πλή­θο­ς’’.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Γαίτης

Τα πέτρινα χρόνια

Όταν το 1967 εγκα­θι­δρύ­ε­ται η δι­κτα­το­ρία, εκτε­λεί το ‘’Tiens’’, στο οποίο ένας μο­το­σι­κλε­τι­στής κοι­τά­ζει ένα λευκό πε­ρι­στέ­ρι που κεί­ται στη γη, και το «Η δο­λο­φο­νία της ελευ­θε­ρί­ας», όπου μια ομάδα στρα­τιω­τι­κών πυ­ρο­βο­λούν ένα πε­ρι­στέ­ρι: Τα αν­θρω­πά­κια εν τη γε­νέ­σει τους…

Τα πρώτα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά απρό­σω­πα αν­θρω­πά­κια, με το κα­πέ­λο,. τα ριγέ κο­στού­μια, τη μαύρη γρα­βά­τα, στοι­χι­σμέ­να ασά­λευ­τα σε γραμ­μές, κά­νουν την εμ­φά­νι­σή τους στη Ρώμη το ’68. Έναν χρόνο αρ­γό­τε­ρα δί­νουν το «παρών» στο Ιν­στι­τού­το Γκαί­τε της οδού Ομή­ρου στην Αθήνα. Πιό­νια μιας πο­λι­τεί­ας που θέλει τα πλήθη σε ομοιο­γέ­νεια, ομοιο­μορ­φία, από­λυ­τη υπα­κοή. Αλλά σύ­ντο­μα τα αν­θρω­πά­κια τα­ξι­δεύ­ουν στα πέ­ρα­τα του κό­σμου, κοι­νω­νοί της πα­θη­τι­κό­τη­τας και της ανω­νυ­μί­ας μιας συγ­χυ­σμέ­νης επο­χής που ανα­δύ­ε­ται μέσα από την πε­ρι­παι­κτι­κή μεν, αλλά καυ­στι­κή κρι­τι­κή του δη­μιουρ­γού τους. Εκ­θέ­σεις ανά τον κόσμο, βγαί­νουν στους δρό­μους, στις πλα­τεί­ες, στα πάρκα, ζω­ντα­νά αν­δρεί­κε­λα με κα­πέ­λα και ριγέ κο­στου­μά­κια, τα­ξι­δεύ­ουν στα Ευ­ρω­πά­λια στις Βρυ­ξέλ­λες, φω­το­γρα­φί­ζο­νται μπρο­στά στο Cafe Flores. Δια­κω­μω­δώ­ντας την αρ­χαιο­λα­τρία, γί­νο­νται Οδυσ­σέ­ας, Οι­δί­πο­δας, Σφίγ­γα, Ερμής, αμ­φο­ρέ­ας, πο­λε­μι­στές, φτε­ρω­τοί άγ­γε­λοι, κο­λό­νες σε αρ­χαί­ους ναούς, Κα­ρυά­τι­δες.

Δεν πα­ρέ­λει­πε ποτέ να δια­κω­μω­δεί από τον απλό λαϊκό άν­θρω­πο μέχρι τους πο­λι­τι­κούς και τους θε­σμούς, το ίδιο το σύ­στη­μα τε­λι­κά, σε πί­να­κες, γλυ­πτά, εγκα­τα­στά­σεις, χά­πε­νινγκ, προ­σπα­θώ­ντας να τα­ρά­ξει τα νερά, να τρα­βή­ξει την προ­σο­χή, να αφυ­πνί­σει, να ευαι­σθη­το­ποι­ή­σει στο τι ση­μαί­νει ο θά­να­τος του Τσε, η Χιλή του Αλιέ­ντε, ο πό­λε­μος του Βιετ­νάμ, η ‘’Κη­δεία της ζω­γρα­φι­κή­ς’’, η χού­ντα της Ελ­λά­δας… Με πί­να­κες στους οποί­ους συμ­με­τέ­χουν απα­θείς συ­νο­δοι­πό­ροι, οι άν­δρες-αν­δρεί­κε­λα με τα μαύρα κα­πέ­λα και τα ριγέ κο­στού­μια που θυ­μί­ζoυν τις στο­λές των φυ­λα­κι­σμέ­νων.

Παγκόσμια καταξίωση

Σχετική εικόνα

Μετά την πτώση της χού­ντας, εγκα­τα­λεί­πει το Πα­ρί­σι, έπει­τα από ει­κο­σα­ε­τή πα­ρα­μο­νή και επα­νέρ­χε­ται στην Ελ­λά­δα, πα­γκό­σμια πλέον ανα­γνω­ρι­σμέ­νος και με πλή­θος εκ­θέ­σε­ων στο ενερ­γη­τι­κό του. Στην Αθήνα που θα εγκα­τα­στα­θεί το ατε­λιέ του στη Μαυ­ρο­μα­ταί­ων, είναι χώρος φι­λό­ξε­νος και ανοι­χτός σε όλους, ακόμα και σε πε­ρα­στι­κούς. Εν τω με­τα­ξύ δου­λεύ­ει ακα­τά­παυ­στα, εξε­λίσ­σο­ντας ολο­έ­να τα αν­θρω­πά­κια του και διορ­γα­νώ­νο­ντας εκ­θέ­σεις σε όλο τον κόσμο.

Ο Γιάν­νης Γα­ΐ­της ήταν πρω­το­πό­ρος καλ­λι­τέ­χνης διε­θνούς ανα­στή­μα­τος. Ο πρώ­τος που ήλθε προ­φη­τι­κά αντι­μέ­τω­πος με τη με­τα­τρο­πή του αν­θρώ­που σε τυ­πο­ποι­η­μέ­νο ανώ­νυ­μο πλακέ αν­θρω­πά­κι, στόχο, νού­με­ρο. Στό­χος του ήταν να αφυ­πνί­σει την ανά­γκη να δια­φυ­λα­χθεί η αν­θρώ­πι­νη οντό­τη­τα, δεί­χνο­ντας και δια­κω­μω­δώ­ντας την κα­τά­ντια.

‘’Έ­φυ­γε­’’ το 1984, στα 61 του μόλις χρό­νια, έξι ημέ­ρες μετά τα εγκαί­νια της ανα­δρο­μι­κής του έκ­θε­σης στην Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες Γαίτης

Ο ίδιος δή­λω­νε για το έργο του: ”Θέλω πάρα πολύ να εξη­γή­σω τη δου­λειά μου (…) υπάρ­χουν ει­δι­κοί που μπο­ρούν να κά­νουν αυτήν τη δου­λειά (…) αλλά εγώ νο­μί­ζω έχω πιο πολύ δι­καί­ω­μα να μι­λή­σω για τα Αν­θρω­πά­κια, αυτά τα οποία είναι ξύ­λι­να βέ­βαια, αλλά αλη­θι­νά Αν­θρω­πά­κια. Δη­λα­δή είναι τα Αν­θρω­πά­κια τού σή­με­ρα, είναι το κα­τε­στη­μέ­νο και το ίδιο το Αν­θρω­πά­κι αυτό αντι­δρά στο κα­τε­στη­μέ­νο.

Σή­με­ρα κάνω το αν­θρω­πά­κι. Δεν έχω τη δύ­να­μη να το αλ­λά­ξω, γιατί το αν­θρω­πά­κι με αντι­προ­σω­πεύ­ει από­λυ­τα… Τώρα, αν αυτά τα έργα μου αρέ­σουν ή δεν αρέ­σουν, αυτό είναι άλλη πα­ρά­γρα­φος. Γιατί ο κό­σμος δεν θέλει να βλέ­πει τον εαυτό του αν­θρω­πά­κι. Γιατί σου λέει: εγώ δεν είμαι αυτός… Και όμως εί­ναι­’’…

 

επιμέλεια ΑΠΟ HERKO – Γράφει η Ελένη Μαρ­κά­κη //

Πηγές: — ΙΣΤΟ­ΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕ­ΧΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛ­ΛΑ­ΔΑ – ΖΩ­ΓΡΑ­ΦΙ­ΚΗ ΚΑΙ ΓΛΥ­ΠΤΙ­ΚΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ Μιλτ. Πα­παιω­άν­νου, Εκ­δό­σεις ΑΔΑΜ

—ΓΙΑΝ­ΝΗΣ ΓΑΙ­ΤΗΣ, Ντέ­νης Ζα­χα­ρό­που­λος

— «Μο­νό­γραμ­μα» ΕΡΤ2, Γιάν­νης Γα­ΐ­της, Νο­έμ­βριος 1984

— Ελένη Αθα­να­σί­ου, από την πα­ρου­σί­α­ση της έκ­θε­σης του Γιάν­νη Γαΐτη με τίτλο Ένας Ασυμ­βί­βα­στος Δαν­δή­ς’’, 2015

— μαρ­τυ­ρία του Γιάν­νη Στε­φα­νί­δη για την ΕΠΟΝ και τη Σχολή Καλών Τε­χνών στα χρό­νια της Κα­το­χής

—Τα αν­θρω­πά­κια του Γαΐτη είναι πα­ντο­τι­νά, Χρή­στος Πα­ρί­δης

πηγή, φωτογραφίες: atexnos.gr . Το άρθρο υπάρχει εδώ:  https://atexnos.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CE%B3%CE%B1%CF%8A%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B5/

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply