H selfie του Θεού 

H selfie του Θεού

H selfie του Θεού
H selfie του Θεού 

H selfie του Θεού και το θρυμματισμένο είδωλο. Εσωτερικές προβολές, ψευδεπίγραφες εικόνες, είδωλα και θεοί σε έναν κόσμο μετέωρο. Σε ανθρώπους λαθρόβιους και ρακοσυλλέκτες του χρόνου και της ψυχής.

Ζούμε πλέον σ ένα κόσμο όπου η εικόνα έχει αντικαταστήσει την πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο που οι πιστωτικές κάρτες έχουν αντικαταστήσει το χρήμα.
Κινούμαστε σε έναν κόσμο κατασκευασμένο από εικόνες που ξεδιπλώνονται σαν ένα καλοφτιαγμένο μωσαϊκό και αποκτούν ενότητα μόνο χάρη στο έξυπνο μοντάζ. Παράλληλα καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι μπορείς να ζεις το πραγματικό μέσω της εικόνας. [1] 
Όπως η εμφάνιση της βιντεοκάμερας στην αγορά , και πιο πριν της “super 8“, σηματοδότησε μία επαναστατική συμπεριφορά σε σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο επικοινωνίας, έτσι και η χρήση του κινητού τηλεφώνου σαν φωτογραφική μηχανή σε συνδυασμό με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράγει έναν τεράστιο αριθμό νέων “ειδώλων”.
Ο δημιουργός της selfie όταν χρησιμοποιεί το κινητό για την λήψη και επεμβαίνει στην φωτογραφία χρησιμοποιώντας (ακόμα και στις πιο απλουστευμένες του εφαρμογές) το photoshop έχει το κάθε δικαίωμα να νιώθει κάτι παραπάνω από θεός. Είναι ταυτόχρονα το δημιούργημα και ο δημιουργός.
Μια από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι για τους γλύπτες ήταν “εκείνος που σε κρατάει στη ζωή”.
Κοιτάζοντας μια προσωπογραφία σε ασβεστόλιθο που βρέθηκε σε τάφο της Γκίζας έργο του 2.700 π.χ. δεν μπορείς παρά να μαγευτείς από την εξιδανίκευση των χαρακτηριστικών, την γεωμετρική ακαμψία , την εξαφάνιση των λεπτομερειών και κοιτάζοντάς την πιο προσεκτικά είναι αδύνατον να μην την συγκρίνεις με μια σύγχρονη ρετουσαρισμένη αυτοπροσωπογραφία (selfie).
Όπως στην αρχαία αιγυπτιακή τέχνη έτσι και εδώ τα έργα αυτά είναι καμωμένα για να διατηρούν την ζωή με μόνη διαφορά πως ενώ τα γλυπτά των Φαραώ ήταν καλά κρυμμένα στο κέντρο της πυραμίδας με μόνο θεατή τους την ψυχή του νεκρού εδώ έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια προβολή της εικόνας σ ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό.
Αυτό συμβαίνει γιατί αντίθετα με τον βασιλιά της Αιγύπτου ο οποίος ήταν a priori ένας θεός, εδώ η θεϊκή υπόσταση του εικονιζόμενου πρέπει ακόμα να γίνει αποδεκτή.
H selfie του Θεού 
To είδωλο οφείλει να επιτρέψει τις εκδηλώσεις λατρείας για να έχει το δικαίωμα να αποκαλεστεί θεός και ο ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός των like δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνει την θεϊκή του υπόσταση.
Αλλά η μοναξιά του Θεού δεν είναι μόνο η απόδειξη αλλά και το τίμημα της μοναδικότητάς του και η μοναξιά δεν αναγνωρίζει άλλο σύμμαχο πέρα από τον εαυτό της. Γι αυτό και κάθε κίνηση αντίδρασης σε κοινωνικό επίπεδο υποσυνείδητα απωθείται σαν αυτοκαταστροφική.
Από την άλλη μεριά ο Θεός είναι τα πάντα αλλά δεν αγγίζεται από τίποτα. Αποτελεί το κέντρο ενός κόσμου που στην καλύτερη περίπτωση έχει δημιουργηθεί για να μετριάσει την απέραντη πλήξη του. Ότι συμβαίνει γύρω Του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικολογικό επίπεδο είναι ουσιαστικά ανίκανο να θέσει σε κίνδυνο την θεϊκή υπόστασή του. Τα προβλήματα δημιουργούνται από και για τους άλλους και είναι ανίκανα να αγγίξουν την ολύμπια ηρεμία του. Για ποιο λόγο λοιπόν η εκδήλωση μιας οποιασδήποτε μορφής αντίστασης;
Κλείνοντας μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Ζορμπά: “Εγώ, μη γελάσεις, αφεντικό, φαντάζουμαι το θεό απαράλλαχτο σαν και μένα. Μονάχα πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό· κι αθάνατο.”, και αναρωτιέμαι αν είμαστε πλέον έτη φωτός μακρυά από τον τρόπο σκέψης του ήρωα του Καζαντζάκη ή απλά έχουμε κάνει την φαντασία του μια πραγματικότητα; [2]
Σημειώσεις.
Η φωτογραφία είναι από το “Anthem”, (Video Art – Bill Viola – 1983 )
[1] Ιωάννης & Κοψίνης, Βλασφημίες, Εκδόσεις Οδός, σελ. 78
[2] Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply