Η ιστορία ενός εξωφύλλου

Ο Ιωάννης Κοψίνης, με τα έργα του προκαλεί και προσκαλεί, προτείνει και μας ζητά να ψάξουμε για περισσότερα «στρώματα» από αυτά που βλέπουν τα μάτια μας. Όταν του έγινε η πρόταση να δημιουργήσει ένα έργο για τους Παράκτιους Μεσογειακούς Αγώνες, έκανε ακριβώς αυτό: με τη δική του αισθητική και φιλοσοφία έφτιαξε ένα σύγχρονο σχόλιο για την εποχή και την κοινωνία που ζούμε. Και σήμερα μας μιλά για τους «πρωταγωνιστές» του, τη μοναξιά του Θεού, τον Ταρκόφσκι και τα χαϊκού αλλά και τη θέση της σύγχρονης τέχνης σήμερα.

Ένα έργο για τους Μεσογειακούς Αγώνες. Πώς τους βλέπουμε μέσα από το έργο σας;

Η τέχνη δεν πρέπει να έχει την υπεροψία αυτού που είναι πεπεισμένος πως συντάσσει μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Ο ρόλος της τέχνης είναι να θέτει κάθε φορά νέα ερωτήματα αφήνοντας μόνιμα ανοιχτό ένα πεδίο συζήτησης.

Όταν μου έγινε η πρόσκληση να δημιουργήσω ένα έργο με θέμα την Πάτρα και τους Μεσογειακούς αγώνες, αρχικά το μόνο που ήξερα ήταν, το τι δεν θα ήθελα να κάνω.

Απέκλεισα από τη αρχή την πιθανότητα να απεικονίσω μια σειρά από αγωνίσματα με φόντο την πόλη.  Η συγκεκριμένη λύση μου φάνηκε  πολύ εύκολη και δεδομένη αλλά το σημαντικότερο  είναι ότι  ένοιωσα πως  μια ανάλογη εικονογραφία θα δημιουργούσε τον κίνδυνο της αντιμετώπισης του έργου σαν μια απλή αφίσα και κατ επέκταση θα «επέβαλε» μια  πολύ επιφανειακή «ανάγνωσή» του.

Αποφάσισα λοιπόν πως θα ήταν ενδιαφέρον να εστιάσω στο τρόπο που αντιμετωπίζουν  οι πολίτες  το συγκεκριμένο αθλητικό γεγονός, νοιώθοντας πως η στάση αυτή είναι επέκταση  του τρόπου που βιώνουν  την σχέση τους με τον εαυτό τους, τα κοινά αλλά και την ίδια τη πόλη.

Ποια είναι η βάση πάνω στην οποία «πατάτε» για να δημιουργήσετε κάποιο έργο;

Σ’ ένα σημείο του «Σμιλεύοντας τον χρόνο» ο Ταρκόφσκι αναφερόμενος στην ποιητική μορφή των χαϊκού, λέει πως αυτή η συγκεκριμένη ιαπωνική φόρμα επεξεργάζεται τις εικόνες  έτσι ώστε να μην σημαίνουν τίποτα πέρα από τις ίδιες. Ταυτόχρονα εκφράζει τόσα πολλά που είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς το τελικό του νόημα.

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την προσπάθεια σύνθεσης του εικαστικού έργου με την λογική ενός χαϊκού. Επειδή δεν υπάρχει γλώσσα ικανή να περιγράψει την ολότητα μιας εμπειρίας, η αχνή απεικόνιση μιας ιδέας δίνει την δυνατότητα  στον παρατηρητή να συμπληρώσει τα κενά και με αυτόν τον τρόπο να συνδημιουργήσει.

Πρωταγωνιστές, δύο ανθρώπινες φιγούρες. Πώς λειτουργούν στο πλαίσιο της θεματικής του έργου;

Επιλέγω πάντα να εστιάζω σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου. Μ’ αρέσει αυτό το zoom σε μια δράση. Η ανθρώπινη φιγούρα  σ έναν ουδέτερο χώρο. Ένα μοναδικό σημείο ανάγνωσης. Η αίσθηση ότι σε αυτό το «ένα» εμπεριέχονται τα πάντα. Η πεποίθηση πως αν καταφέρεις να  «διαβάσεις» από την αρχή έως το τέλος του αυτό το μικρό σημείο, θα σου χαριστεί η εικόνα ολόκληρου του κόσμου.

Στο συγκεκριμένο έργο παρόλα αυτά  είναι δύο οι φιγούρες που πρωταγωνιστούν. Η επιλογή αυτή έγινε λόγω της μορφής που θα είχε η έκδοσή του. Το έργο θα μοιραζόταν σε εξώφυλλο και οπισθόφυλλο.

Στο εξώφυλλο διακρίνεται ένα αγόρι που φοράει μια μπλούζα με τη μασκότ των Μεσογειακών Αγώνων. Στο χέρι κρατά ένα κινητό τηλέφωνο με το οποίο βγάζει μια selfie.

Επειδή το σώμα σαν υλική υπόσταση είναι ουσιαστικά ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο κινείται όλη μου η δουλειά, είναι αυτονόητο και το ενδιαφέρον μου για την σχέση μας με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  Η σχέση ανάμεσα στο πραγματικό και το εικονικό.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα άρθρο μου με τίτλο «Η selfie του Θεού». Θεωρώ πως το παρακάτω απόσπασμα  κάνει ξεκάθαρους τους λόγους της επιλογής του συγκεκριμένου πρωταγωνιστή:

«Ο δημιουργός της selfie όταν χρησιμοποιεί το κινητό για την λήψη και επεμβαίνει στην φωτογραφία χρησιμοποιώντας (ακόμα και στις πιο απλουστευμένες του εφαρμογές) το photoshop έχει το κάθε δικαίωμα να νιώθει κάτι παραπάνω από θεός. Είναι ταυτόχρονα το δημιούργημα και ο δημιουργός.

…και μετά έχουμε την  προσπάθεια προβολή της εικόνας σ ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό με σκοπό η θεϊκή υπόσταση του εικονιζόμενου  να γίνει αποδεκτή.

Η νέα θρησκεία;

Είμαστε ακόμα στην αρχή της διάδοσης μιας νέας θρησκείας που κέντρο της αποτελεί η εικόνα μας.

Το είδωλο οφείλει να επιτρέψει τις εκδηλώσεις λατρείας για να έχει το δικαίωμα να αποκαλεστεί θεός και ο ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός των like δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνει την θεϊκή του υπόσταση.

Αλλά η μοναξιά του Θεού δεν είναι μόνο η απόδειξη αλλά και το τίμημα της μοναδικότητάς του και η μοναξιά δεν αναγνωρίζει άλλο σύμμαχο πέρα από τον εαυτό της. Γι αυτό και κάθε κίνηση αντίδρασης σε κοινωνικό επίπεδο υποσυνείδητα απωθείται σαν αυτοκαταστροφική.

Από την άλλη μεριά, ο Θεός είναι τα πάντα αλλά δεν αγγίζεται από τίποτα. Αποτελεί το κέντρο ενός κόσμου που στην καλύτερη περίπτωση έχει δημιουργηθεί για να μετριάσει την απέραντη πλήξη του. Ό,τι συμβαίνει γύρω Του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικολογικό επίπεδο είναι ουσιαστικά ανίκανο να θέσει σε κίνδυνο την θεϊκή υπόστασή του. Τα προβλήματα δημιουργούνται από τους άλλους και για τους άλλους και είναι ανίκανα να αγγίξουν την ολύμπια ηρεμία του. Για ποιο λόγο λοιπόν η εκδήλωση μιας οποιασδήποτε μορφής αντίδρασης;».

Η έκπτωση του Αριστοτελικού ανθρώπου

Στο οπισθόφυλλο τώρα, μπορούμε να δούμε  ένα μακρινό πλάνο μιας γυναίκας που σπρώχνει ένα καρότσι του super market. Μέσα σε αυτό διακρίνεται ένα από τα σιντριβάνια της Πλατείας Γεωργίου και ο Φάρος της Πάτρας. Η απεικόνιση της πόλης σαν ένα προϊόν αναλώσιμο. Ή, ακόμα χειρότερα σαν ένα εμπόρευμα προς προσωπική κατανάλωση.

Η πόλη και ο  δημόσιος χώρος γενικότερα συνιστούν  το φυσικό έδαφος πάνω στο οποίο οικοδομείται η κοινωνία. Ο δημόσιος χώρος είναι το αποτέλεσμα των πολιτισμικών, οικονομικών και πολιτικών διεργασιών της κοινωνίας.  Δεν πρέπει λοιπόν να είναι απλά  ένα σημείο οικονομικών ανταλλαγών αλλά οφείλουμε να τον αντιμετωπίσουμε σαν ένα χώρο όπου θα πρέπει να  επιτελούνται συνεχείς ζυμώσεις σε πολιτικό, πολιτιστικό και πολιτισμικό επίπεδο.

Κατά τον Αριστοτέλη, για να έχει κάποιος δικαίωμα να φέρει τον τίτλο του πολίτη και να λογίζεται οργανικό μέλος μιας κοινωνίας, πρέπει τα ενδιαφέροντά του να μην στρέφονται αποκλειστικά γύρω από το ατομικό του συμφέρον, αλλά να επεκτείνονται ευρύτερα μέσα στον κύκλο της ολότητας.

Το «εμείς» εμπεριέχει εξ ορισμού το «εγώ». Παρ’  όλα αυτά βαδίζουμε την ζωή μας με την παράλογη πεποίθηση  πως το «εγώ»  έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος.  Ο κόσμος μας  εστιάζει στην υπερ-κατανάλωση και στην δημιουργία μιας υπερ-εικόνας μας αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ουσιαστική επικοινωνία και την σημασία που παίζει η συμμετοχή στα κοινά. Από την άλλη μεριά το ίδιο σύστημα ανέτρεψε τις ισορροπίες, αλλά πάνω απ’ όλα καλλιέργησε μια έλλειψη εμπιστοσύνης στο ίδιο.

Σήμερα, ίσως να είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, που γίνεται τόσο ξεκάθαρο ότι το προσωπικό συμφέρον ταυτίζεται με το κοινωνικό. Η έλλειψη συμμετοχής για τα κοινά και η αδιαφορία οδηγεί σε ατροφία την έννοια της πόλης και κατ επέκταση ακυρώνει την ύπαρξη του ίδιου του πολίτη.

Και όσον αφορά την σύγχρονη τέχνη, ποια η θέση της σήμερα;

Η μεγάλη οικονομική κρίση που άρχισε να διαφαίνεται έντονα  από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 επηρέασε σε τεράστιο βαθμό την αγορά τέχνης. Σε μια προσπάθεια λοιπόν να διευρυνθεί το αγοραστικό κοινό,  οι γκαλερί  άρχισαν να στηρίζουν και να προωθούν μια  τέχνη παραστατική που σαν προϊόν  φαινόταν πολύ πιο εύκολο να καταναλωθεί.

Κοιτάζοντας στο παρελθόν μπορούμε να διακρίνουμε πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην περίοδο που διανύουμε   και στην περίοδο των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Τα έντονα οικονομικά προβλήματα, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, η ανησυχητική αύξηση του φασισμού είναι προβλήματα που χαρακτηρίζουν και τις δύο εποχές. Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσουμε και το τεράστιο οικολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μας σήμερα, συνειδητοποιούμε πως ζούμε σ ένα κόσμο παραμορφωμένο από τα τραύματά του. Με αυτά τα δεδομένα είναι αδύνατον να μην διερωτηθείς πώς τα ουρλιαχτά των καλλιτεχνικών πρωτοποριών των αρχών του εικοστού αιώνα έχουν ξεπέσει  σήμερα στις συσκευασμένες με στρασάκια άριες των σύγχρονων εικαστικών.

Μετέωρες ελπίδες

Η ιστορία της ζωγραφικής  δεν γράφεται από τους καλλιτέχνες αλλά από το σύστημα της τέχνης και όσο οι δημιουργοί θα εξαρτώνται από την αγοραστική δύναμη μιας οικονομικής ελίτ, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να βιώσουμε μια πραγματικά νέα πρωτοποριακή τέχνη.

Τα εικαστικά σήμερα, περισσότερο από ποτέ, οφείλουν να αποδεσμευτούν από τους κατεστημένους εκθεσιακούς χώρους συμμετέχοντας ενεργά στην διαμόρφωση της αισθητικής των πόλεων και  αποκτώντας  ένα δυνατό πολιτικό λόγο. Είναι αναγκαία πλέον η δημιουργία μιας δημόσιας τέχνης η οποία θα επιτρέπει μια  ενεργό διάδραση των καλλιτεχνών με την κοινωνία, αλλά και την ελεύθερη πρόσβαση της κοινωνίας στις δεξιότητες και την γνώση που προσφέρει η τέχνη.

Κατόπιν πρόσκλησης του Ιωάννη Κοψίνη, το εξωφυλλο φιλοτεχνήθηκε για την εφημεριδα Πελοποννησος.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πελοπόννησος, την Δευτέρα 26/8.

Η συνέντευξη δόθηκε στην Αλεξανδρα Παναγοπούλου.

χρήσιμος σύνδεσμος: Ιωάννης & Κοψίνης: «Aπό τον άγριο λύκο στον υποταγμένο σκύλο»

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply