Μελετώντας κανείς την ποίηση του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933), αντιλαμβάνεται το πλήθος των ιδεών που ο ποιητής επιχειρεί να κοινωνήσει μέσα από τα έργα του. Πρόκειται για ιδέες του ίδιου του ποιητή, που απορρέουν από τη φιλοσοφία του για τη ζωή, τον κόσμο και τον άνθρωπο και εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλη απήχηση παγκοσμίως μέχρι σήμερα. Mία από τις ιδέες που με χαρακτηριστική συχνότητα επανέρχεται στα καβαφικά ποιήματα είναι η αδυναμία του ανθρώπου να αλλάξει κάποιες καταστάσεις και να ξεπεράσει εμπόδια που ορθώνονται μπροστά του. Η αδυναμία του αυτή τον οδηγεί σε αδιέξοδο, το οποίο δεν του αφήνει περιθώριο επαναπροσδιορισμού και ανακατάταξης της ζωής του.
Το ερώτημα που τίθεται ύστερα από μια τέτοια διαπίστωση είναι το αν και κατά πόσο ο Καβάφης έχει να αντιτάξει κάτι απέναντι στο αδιέξοδο αυτό. Τι προτείνει ως ποιητής; Τη μοιρολατρία, την παραίτηση και τον ξεπεσμό; Η απάντηση είναι πως όχι, αφού η πρότασή του ενάντια στο μάταιο είναι η αξιοπρέπεια.
Σημαντικό εδώ είναι να σημειωθεί ότι ο Καβάφης είπε όσα ήθελε να πει χρησιμοποιώντας σε πολλά ποιήματά του σύμβολα, τα οποία και διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό και πολύ ουσιαστικό ρόλο στα έργα του. Χρησιμοποιώντας ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις ως σύμβολα, ο Καβάφης κατορθώνει να εξωτερικεύσει τις μύχιες σκέψεις, τα αισθήματα και τις ιδέες του. Η τόσο έντονη χρήση συμβόλων δεν είναι τυχαία στην καβαφική ποίηση. Ο ποιητής  τα εντάσσει στα ποιήματά του με στόχο τα πρώτα να λειτουργήσουν ως μέσον που θα μετουσιώσει το προσωπικό εκφραζόμενο βίωμα σε καθολική και οικουμενική εμπειρία. Χωρίς τα σύμβολα, τα οποία είναι (ή μπορούν να γίνουν) γνωστά στον κάθε αναγνώστη, η ποίηση του Καβάφη θα έχανε τόσο τον οικουμενικό όσο και το διαχρονικό της χαρακτήρα που είναι αυτός που την κάνει να έχει απήχηση σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. Η ποίησή του είναι απόλυτα βιωματική καθώς, όμως, την επενδύει με ιστορικά γεγονότα, περιστατικά και άλλα σύμβολα, γίνεται καθολική και ο διδακτικός του τόνος έχει ως αποδέκτη όχι μόνο το αναγνωστικό κοινό αλλά και τον ίδιο.  Επιπλέον, τα σύμβολα τού επιτρέπουν να εκφράσει όσα θέλει να πει μέσα από φόρμες που είναι διαφορετικές από τις αναμενόμενες, όπως για παράδειγμα κάνει αναφερόμενος σε ιστορικά γεγονότα με σκοπό όμως όχι να διδάξει ιστορία, αλλά να περάσει μηνύματα ζωής. Έτσι γίνεται αντιληπτό πώς κατορθώνει ο Καβάφης να μιλήσει για καθαρά φιλοσοφικές έννοιες, όπως είναι ο εγκλωβισμός και το αδιέξοδο του ανθρώπου, καθώς και η αξιοπρέπεια, μέσα από ποιήματα που δεν έχουν αμιγώς  φιλοσοφικό περίβλημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες lifo Καβάφης

Αδιέξοδο

Το καβαφικό ποίημα που εκφράζει ίσως με τη μεγαλύτερη σαφήνεια και ένταση την αδυναμία του ανθρώπου να αλλάξει γραμμή πλεύσης, να διαγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να ακολουθήσει μια νέα ζωή είναι Η Πόλις. Στις μόλις δύο στροφές αυτού του ποιήματος, ο ποιητής κατορθώνει να αισθητοποιήσει με απαράμιλλη μαεστρία το αδιέξοδο του ανθρώπου, ο οποίος είναι δυστυχισμένος με την παρούσα ζωή του και επιθυμεί να την αλλάξει («Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα./Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή»). Οι προσπάθειές του όμως να αλλάξει τη ζωή αυτή και να την πάρει από την αρχή πέφτουν το κενό («Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·») και η απόγνωση και τα αρνητικά συναισθήματα, που οφείλονται στα λάθη του παρελθόντος, ολοένα τον κατακλύζουν («κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη»). Ο ποιητής είναι κατηγορηματικός και απόλυτος: «Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες./Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς/τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·/και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.». Ο άνθρωπος δεν έχει τρόπο διαφυγής. Η «πόλις», η οποία τον ακολουθεί, συμβολίζει τον ίδιο του τον εαυτό, το παρελθόν του και τα λάθη του. Όπου και να πάει, όσο και να προσπαθήσει θα παραμένει ο ίδιος. Οι επιλογές του και οι αποφάσεις του τον καθορίζουν και διαμορφώνουν αυτό που είναι σήμερα. Ό,τι και να κάνει για να ξεφύγει από αυτήν την «πόλη», από τον ίδιο του δηλαδή το «εγώ», θα έρχεται αντιμέτωπος πάντα με τον παλιό του εαυτό και θα βιώνει το αδιέξοδο («Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—/δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό./Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.»).

Ένα άλλο ποίημα που ο Καβάφης οικοδομεί πάνω σε σύμβολα, με στόχο να δείξει το πώς ο άνθρωπος εγκλωβίζεται μέσα σε καταστάσεις τις οποίες ορίζει η τύχη που διέπει την ανθρώπινη ζωή, αλλά και μέσα σε δικές του συνήθειες, λάθη και παραλείψεις, είναι Η Σατραπεία. «Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος/για τα ωραία και μεγάλα έργα/η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα/ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·» λέει ο ποιητής, εκφράζοντας το δράμα του ανθρώπου που παρατηρεί τη ζωή του να διαμορφώνεται ερήμην του και τις ικανότητες και τα προσόντα του να μην είναι αρκετά για να τον οδηγήσουν στην επιτυχία. Δεν είναι όμως μόνο οι εξωτερικοί παράγοντες που τον εμποδίζουν να κατακτήσει μία επιτυχία αντίστοιχη των προσόντων του. Ύστερα από την αναφορά στον εξωτερικό παράγοντα «τύχη», ο ποιητής σπεύδει να συμπληρώσει και τον εσωτερικό παράγοντα, για τον οποίο την ευθύνη φέρει ο ίδιος ο άνθρωπος και είναι οι «ευτελείς συνήθειες,/και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.».  Η αδυναμία του ανθρώπου να ακολουθήσει τα όνειρά του και να κατακτήσει μια επιτυχία αντίστοιχη των προσόντων του, είτε αυτή οφείλεται σε προσωπική αδράνεια και ελλιπή προσπάθεια, είτε σε εξωτερικούς παράγοντες, τον φέρνει σε αδιέξοδο και τον ωθεί στην απελπισμένη παράδοση («Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,/(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις») και το συμβιβασμό («και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,/και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη/που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,/και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια./Και συ τα δέχεσαι με απελπισία/αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.»). Τα δώρα του Αρταξέρξη είναι μεν μια εναλλακτική αλλά δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκε ο άνθρωπος, καθώς αποτελούν την εύκολη λύση που ο τελευταίος αντάλλαξε με την ικανοποίηση των πραγματικών του ονείρων. Τα όνειρα αυτά δεν μπορούν να εκπληρωθούν στη σατραπεία, δεν μπορούν να βρουν το δρόμο της πραγματοποίησής τους μέσω της εύκολης οδού. Εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες οδήγησαν τον άνθρωπο σε έναν τρόπο ζωής που είναι αδύνατον να του φέρει την ευτυχία, αφού δε συμβαδίζει με τις πραγματικές του επιθυμίες («τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,/τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.») και ικανότητες. Παραμένει έτσι απελπισμένος και εγκλωβισμένος σε μία κατάσταση, στην οποία άθελά του οδηγήθηκε («Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·»).
Το ποίημα Τείχη εκφράζει με αντίστοιχη ενάργεια τoν εγκλωβισμό του ανθρώπου, ο οποίος όμως αυτή τη φορά προκύπτει από καθαρά εξωγενείς παράγοντες. Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης αναφέρεται με μεγάλη συμβολιστική δύναμη στη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την έλλειψη της πλήρους ελευθερίας που θα ήθελε να έχει. «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.» καταγγέλλει το ποιητικό υποκείμενο και χρησιμοποιεί το σύμβολο των τειχών για να αναφερθεί στο πλήθος των περιορισμών που ο άνθρωπος υφίσταται στα πλαίσια της κοινωνίας, στην οποία ζει, όποια κι αν είναι αυτή. Οι περιορισμοί αυτοί τον οδηγούν σε απελπισία, καθώς αναλογίζεται πόσα πολλά πράγματα θα μπορούσε να κάνει αν απολάμβανε την πλήρη και απεριόριστη ελευθερία («διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.»). Το ποιητικό υποκείμενο τα βάζει με τον εαυτό του γιατί δε συνειδητοποίησε το πότε ακριβώς τέθηκαν μπροστά του οι τόσοι περιορισμοί («A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω./Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον./Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»),όπως κανένας άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται την ακριβή χρονική στιγμή που η κοινωνία θέτει εμπρός του όρια. Τα όρια αυτά μπορεί να είναι όσα αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου ο άνθρωπος να συμβιώσει σε μια οργανωμένη κοινότητα, αλλά μπορεί να είναι και οι προκαταλήψεις και τα ιδιαίτερα «πιστεύω» της κάθε κοινωνίας που πολλές φορές τον εγκλωβίζουν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δράσει πάντα όπως επιθυμεί φτάνοντας έτσι σε προσωπικό αδιέξοδο.

Το άλλο καβαφικό ποίημα που με εντυπωσιακή παραστατικότητα  εκφράζει το μάταιο που συχνά χαρακτηρίζει την ανθρώπινη προσπάθεια είναι οι Τρώες. Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης ταξιδεύει πάνω από χίλια χρόνια πίσω και βρίσκει τα σύμβολα που χρειάζεται στον Τρωικό πόλεμο, παραλληλίζοντας τις προσπάθειες των Τρώων για νίκη και δικαίωση με αυτές του κάθε ανθρώπου («Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·/είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.)». Όπως οι Τρώες, έτσι και οι άνθρωποι αναθαρρούν και ολοένα ελπίζουν με κάθε μικρή ή μεγάλη επιτυχία («Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι/παίρνουμ’ επάνω μας· κι αρχίζουμε/νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.»). Στην επόμενη στροφή, όμως, ο Καβάφης έρχεται να μας προσγειώσει απότομα. Όπως ο τρανός Αχιλλέας εμφανιζόταν μπροστά στους Αχαιούς κάθε φορά που έφταναν κοντά στη νίκη και τους τρόμαζε και ακύρωνε τις όποιες μέχρι τότε προσπάθειές τους, έτσι έρχονται πολλές φορές και στον άνθρωπο εμπόδια και δυσκολίες που δεν τον αφήνουν να συνεχίσει να προσπαθεί και ακυρώνουν κάθε ελπίδα για επίτευξη του στόχου του («Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά./Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας/βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει. –»). Όσο κι αν ο άνθρωπος πραγματικά πιστεύει μέσα του ότι είναι σε θέση να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο και να κατορθώσει αυτό που ονειρεύεται, όταν μια σημαντική δυσκολία φανεί στο δρόμο του, κάθε ίχνος αγωνιστικότητας και αλλοτινής δύναμης χάνεται. ( «Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,/η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·/ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·»). Ο άνθρωπος, άπελπις πλέον, λιγοψυχεί και παραιτείται («κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε/ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.»). «Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία.» ανακοινώνει κατηγορηματικά ο ποιητής. Η ήττα είναι αναπόφευκτη και από την αρχή προδιαγεγραμμένη. «Επάνω,/στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος./Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα./Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.»: Μ’ αυτό το τραγικό κλείσιμο ο Καβάφης μιλά για την αδυναμία διαχείρισης και αντιμετώπισης εκ μέρους των ανθρώπων των σημαντικών προκλήσεων της ζωής. Η πτώση είναι μάταιη· ο άνθρωπος εγκλωβίζεται στο αναπόδραστο της αποτυχίας του. Ό,τι και να κάνει, η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη. Μόνο αδιέξοδο εμπρός του.

Σύμφωνα με τον Καβάφη, λοιπόν, παίρνοντας κανείς τον λάθος δρόμο στο μονοπάτι της ζωής, φτάνει σε ένα σημείο που ό,τι και να κάνει, όσο και να προσπαθήσει, δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία που χάραξε και να ακολουθήσει μια καινούργια οδό, απαλλαγμένη από τις αποφάσεις και τα λάθη του παρελθόντος. Αυτή η αδυναμία αλλαγής πορείας έχει ως αποτέλεσμα να έρχεται αντιμέτωπος με ένα προσωπικό αδιέξοδο, που περιορίζει κατά πολύ την ελευθερία διαμόρφωσης του μέλλοντος. Σημαντικό, παρ’ όλα αυτά, είναι να διευκρινιστεί πως δεν υποστηρίζει ο Καβάφης ότι ο άνθρωπος είναι δέσμιος, ότι δεν έχει επιλογές ή ότι δεν είναι ελεύθερος να τραβήξει το δρόμο που επιθυμεί. Επιλογές έχει, όμως πρέπει πάντα να έχει κατά νου ότι αυτές είναι καθοριστικές για τη ζωή του και ότι, ακόμα κι αν δεν είναι οι σωστές, ίσως μετά να τον ακολουθούν για πάντα και να μην μπορεί να χαράξει μια διαφορετική πορεία.

Από την άλλη μεριά, δεν είναι πάντα ο ίδιος υπεύθυνος για το αδιέξοδο που βλέπει να ορθώνεται μπροστά του. Η κοινωνία είναι επίσης ένας παράγοντας, που με τους κανόνες, τα στερεότυπα ή τις προκαταλήψεις που πολλές φορές θέτει, ορθώνει εμπόδια στον άνθρωπο και δεν του επιτρέπει να νιώσει ελεύθερος και να ακολουθήσει το δρόμο που επιθυμεί και ονειρεύεται. Γίνεται, έτσι, φανερό πως ο τελευταίος, στα πλαίσια τόσο της προσωπικής όσο και της κοινωνικής του ζωής, έρχεται αντιμέτωπος με πληθώρα εμποδίων, των οποίων η αδυναμία αντιμετώπισης τον οδηγεί σε αδιέξοδο.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες lifo Καβάφης

Αξιοπρέπεια

Ύστερα από τα παραπάνω, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν ο Καβάφης έμεινε εκεί. Στο αδιέξοδο, την αδυναμία, τη μοιρολατρία και τη στασιμότητα. Όπως αναφέρθηκε, η απάντηση βρίσκεται στο ότι ο Καβάφης δεν πίστευε ότι πρέπει να χάσουμε τον εαυτό μας και να ξεπέσουμε επειδή δεν μπορούμε να καταφέρουμε αυτό που θέλουμε.

Το ποίημα που εκφράζει με τη μεγαλύτερη δύναμη και σαφήνεια την αντίληψη του Αλεξανδρινού για τη στάση ζωής που ο άνθρωπος οφείλει να έχει απέναντι στο αδιέξοδο και την αδυναμία του να αλλάξει κάποιες καταστάσεις είναι το  Όσο μπορείς. «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,» είναι ο πρώτος στίχος του ποιήματος που μας γυρίζει πίσω στο αδιέξοδο, θέτοντας εξαρχής ως δεδομένο ότι είναι πολύ πιθανόν ο άνθρωπος να μην μπορεί να διαμορφώσει τη ζωή του όπως επιθυμεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, θα πρέπει τουλάχιστον να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό του. Το ότι δεν μπορεί να έχει τη ζωή που ονειρεύτηκε δε σημαίνει πως πρέπει να χάσει την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και να εγκαταλείψει τον εαυτό του μέσα στην ανωνυμία της μάζας («μην την εξευτελίζεις/μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.»). Αναγνωρίζει, λοιπόν, ο ποιητής ότι είναι ανθρώπινο και πολύ πιθανόν να μην μπορέσει κάποιος να χτίσει τη ζωή του με τον τρόπο που θέλει. Ο άνθρωπος, πράγματι, ενδέχεται να μην είναι πάντα σε θέση να ελέγξει την πορεία της ζωής του. Αυτό όμως που είναι σε θέση να ελέγξει-και εξαρτάται στην πραγματικότητα αποκλειστικά από τον ίδιο-είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα που συναντά και θα σταθεί απέναντι στη ζωή, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκε.

Οι Θερμοπύλες είναι ένα ποίημα που, αν και ενταγμένο σε ιστορικό πλαίσιο, αναφέρεται επίσης στο καθαρά φιλοσοφικό θέμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο Καβάφης στο ποίημα αυτό χρησιμοποιεί για ακόμη μια φορά την προσφιλή του καταφυγή σε ιστορικά γεγονότα. Συγκεκριμένα εδώ, ο ποιητής επιλέγει σαν αφετηρία τη μάχη των Θερμοπυλών και στη μάχη αυτή αναζητά  τα σύμβολα που χρειάζεται για να μιλήσει για τους ανθρώπους που στη ζωή τους θέτουν «Θερμοπύλες» και τις υπερασπίζονται μέχρι τέλους. Όπως αρμόζει να τιμούνται οι 300 Σπαρτιάτες που το 480 π.Χ. μαζί με 400 Θεσπιείς και 400 Θηβαίους θέλησαν να υπερασπιστούν τις Θερμοπύλες, παρά το προδιαγεγραμμένο τέλος τους, έτσι αρμόζει να θαυμάζονται και να τιμώνται οι άνθρωποι που καθημερινά θέτουν τους δικούς  τους στόχους και τις δικές τους αρχές («Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των/ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.») και μένουν αμετακίνητοι σ’ αυτές ακόμα κι αν από πριν γνωρίζουν ότι δε θα τα καταφέρουν («Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·»). Για τους ανθρώπους αυτούς οι αρχές και οι στόχοι τους είναι υποθέσεις τόσο ιερές που δεν τις υπηρετούν μόνο όταν είναι πλούσιοι και έχουν τη πολυτέλεια να αφοσιωθούν εξ ολοκλήρου σ’ αυτές χωρίς κανένα κόστος. Αντίθετα, ακόμα κι όταν είναι φτωχοί, μένουν ακλόνητοι στις αρχές τους, διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους, παρόλο που το αντίθετο ενδεχομένως να τους διευκόλυνε περισσότερο στο να εξασφαλίσουν μία πιο άνετη ζωή («γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν/είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,/πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·»). Εκεί, όμως, που βρίσκεται όλη η ουσία του ποιήματος είναι στους τελευταίους στίχους. «Και περισσότερη τιμή τους πρέπει/όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)/πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,/κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.» λέει καταληκτικά ο ποιητής. Ο λόγος που μέχρι σήμερα οι αγωνιστές των Θερμοπυλών αποτελούν αξιοθαύμαστο παράδειγμα προς μίμηση είναι ότι ήξεραν το τέλος τους, ήξεραν ότι η ήττα τους είναι βέβαιη, παρ’ όλα αυτά έμειναν αμετακίνητοι στη θέση τους και δεν παραιτήθηκαν ακόμα κι όταν όλα επιβεβαίωναν τον επερχόμενο θάνατο. Η ίδια τιμή, λοιπόν, πρέπει και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που θέτουν ως ύψιστη αρχή στη ζωή τους την αξιοπρέπειά τους. Για τον Καβάφη αξία έχει η προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμά της, ενώ η αξία του αγώνα αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις όταν εκ των προτέρων ο άνθρωπος γνωρίζει πως το αποτέλεσμα δε θα είναι αυτό που επιθυμεί. Τη στιγμή μάλιστα αυτήν που ο άνθρωπος φτάνει στο αδιέξοδο, συνειδητοποιεί το μάταιο του αγώνα του (όποιος κι αν είναι αυτός) και αποφασίζει να εμμείνει σταθερός στη θέση του και την προσπάθειά του, είναι που βάζει πάνω απ’ όλα, πάνω από κάθε κόστος την αξιοπρέπειά του και υψώνεται ηθικά.
Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες lifo Καβάφης

Το τρίτο και τελευταίο ποίημα που θα αναφερθεί ως ωδή του Καβάφη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι το Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον. Ο ποιητής απευθυνόμενος στο Μάρκο Αντώνιο, που στον εμφύλιο πόλεμο με τον Οκταβιανό κατατροπώθηκε και έχασε την Αλεξάνδρεια, απευθύνεται στην πραγματικότητα στον κάθε άνθρωπο που χάνει ό,τι με κόπο απέκτησε. Ο Αντώνιος υπήρξε ένας σπουδαίος στρατηγός που αγωνίστηκε πολύ για την Αλεξάνδρεια, κατέκτησε πολλά εδάφη και όλα του τα όνειρα, οι στόχοι και οι προσπάθειες ήταν συνδεδεμένα με αυτήν. Καθώς την βλέπει να χάνεται από τα χέρια του, βλέπει παράλληλα όλους τους κόπους χρόνων να εξανεμίζονται και τα όνειρα και τα σχέδια της ζωής του να ακυρώνονται και να αποδεικνύονται πλάνες. Ο Αντώνιος συμβολίζει στο ποίημα αυτό τον κάθε άνθρωπο που στη ζωή του παλεύει για ένα σκοπό, αγωνίζεται για να «χτίσει» κάτι και στο τέλος βλέπει αυτό το κάτι να καταρρέει με τον πιο άδοξο τρόπο. Τη στιγμή εκείνη όμως, του αδιεξόδου, του εγκλεισμού, της ολοκληρωτικής καταστροφής, ο Καβάφης τον προτρέπει να μη λυγίσει, να μη θρηνήσει, να σταθεί στο ίδιο ύψος που στεκόταν μέχρι τώρα, διατηρώντας την ιδιότητα του δυνατού και αγωνιστικού ανθρώπου μέχρι τέλους («τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου/πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου/πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.»). «Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,/ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.» λέει ο Καβάφης συμβουλεύοντας τον Αντώνιο, και κατ’ επέκταση όποιον αυτός συμβολίζει, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτοιμος να αποχωριστεί ό,τι έχτισε με κόπους μιας ζωής, ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να δει την πτώση του, τουλάχιστον να αντιμετωπίσει στωικά και ψύχραιμα την απώλεια, παραμένοντας ο άλλοτε δυνατός άνθρωπος που κάποτε κατέκτησε την επιτυχία. Όχι μόνο δεν πρέπει να θρηνήσει, αλλά δεν πρέπει και να περάσει από το μυαλό του ότι αυτό που ζει είναι ένα ψέμα, πως η πτώση και η απώλεια είναι μια ψευδαίσθηση του νου ή μια απάτη («Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν/ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙/μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.»). Το βάρος του κειμένου έγκειται ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Στο σημείο που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη βέβαιη επερχόμενη απώλεια, συνειδητοπoιεί το αδιέξοδο, όμως το δέχεται, στέκεται ακλόνητος, δυνατός, ακέραιος και παρά την τραγικότητα της στιγμής δεν αφήνεται να χάσει την αξιοπρέπειά του. Έχει σαφώς το δικαίωμα να συγκινηθεί, γιατί είναι άνθρωπος, αλλά όχι να εκπέσει, όχι να μοιάσει στους δειλούς που τίποτα δεν κατόρθωσαν στη ζωή τους. Οφείλει, όπως υποδέχτηκε την «Αλεξάνδρεια», έτσι και να την αποχαιρετήσει· με το κεφάλι ψηλά και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που έχει μάθει να αγωνίζεται, να αυτοκυριαρχείται και να μένει όρθιος όχι μόνο στις επιτυχίες, αλλά και στις ήττες κάθε είδους.

το άρθρο αλιεύθηκε από εδώ:
https://artic.gr/marianna-georgoyli-3/

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

1 Σχόλιο

  1. Pingback: Ο ήχος της σιωπής - Επιμύθιο | Ιστοροές Πολιτισμού

Leave A Reply