Οι εραστές δε βλέπουν μόνο αγγίζονται
Γιάννης Δημογιάννης
Οι εραστές δε βλέπουν μόνο αγγίζονταιΟι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει τον άλλον.
Το πρωί πηγαίνουν σε ολοπόρφυρους, βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ πλαγιάζουν σε κρεβάτια κι από θρύλους πιο βαθειά.
Κι αν καμιά φορά τους δεις να παραπατάνε
ή να παίρνουν μονοπάτια άγνωστα και μυθικά — μην ξαφνιαστείς,
γιατί οι εραστές είναι τυφλοί, με τα ωχρά τους βλέφαρα κλειστά
ο ένας απ’ τη λάμψη του άλλου. Οι εραστές δε βλέπουν,
μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δακτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,
τα πάντα έκπληκτα, μάτια του Θεού. 
Τάσος Λειβαδίτης – Οι εραστές

Έχοντας βιώσει, σαν άνθρωπος με αναπηρία, την προκατάληψη, το στίγμα και, κατ’ επέκταση, τον Ελληνοθρεμμένο κοινωνικό ρατσισμό, πιστεύω πως κάποιες αξίες είναι πολύ σημαντικές, για να στριμώχνονται στα όρια μιας μέρας. Εξάλλου, σπάνια οι επέτειοι λειτουργούν στις ανθρώπινες συνειδήσεις ως νησίδες μνήμης, σαν αφορμές αναστοχασμού και αφετηρίες για περαιτέρω ευεργετικές ανατροπές, σε άτομα και κοινωνίες.

Οπότε, μετά το πέρας της “επετείου”, ύστερα από τόσες ανώδυνες ρητορείες – έτσι για να ξορκίσουμε, βρε αδελφέ, τις ενοχές και την ανεπάρκειά μας – η νύχτα, απαράλλαχτα ρίχνει το πέπλο της, ανασύροντας βασανιστικά στο προσκήνιο, τις αναρίθμητες διαψεύσεις, και τους ανυπεράσπιστους έρωτες της ζωής μας. Και τότε, όπως θα έλεγε και η ποιήτρια, απλώνεται σαν ομίχλη, η αδυσώπητη πραγματικότητα:

Μέχρι που ανέλπιστα έρχεται αναπάντεχα μία φωτογραφία, για να βάλει άνω τελεία, σε τούτη την απαρασάλευτη διαιώνιση της φθοράς. Μία απρόσμενη, λυτρωτική ανάσα, μία υπενθύμιση ικανή ν’ αναθερμάνει τις προσδοκίες, ν’ ανατρέψει τα στερεότυπα, να παρηγορήσει την ψυχή, να γλυκάνει το βλέμμα.

Φωτογραφία ανεβασμένη από μία φίλη – εικόνα σχεδόν ονειρική για τα μάτια μας, πλην όμως, πέρα για πέρα αληθινή, τουλάχιστον για τους πρωταγωνιστές της… Δίπλα σ’ ένα τσακισμένο κράσπεδο. Έχοντας σαν στρώμα, τα χαλίκια και κάτι πρόχειρες κουβέρτες, αλλά δείχνοντας δύο πρόσωπα, που απαθανατίζονται μακάρια, χαμογελαστά και ανυπόκριτα. Δύο παιδιά, βυθισμένα σε μία αγκαλιά ανείπωτα τρυφερή, δύο εραστές παραδομένοι στη δίνη της αγάπης τους.

 Οι εραστές δε βλέπουν μόνο αγγίζονται

Και τότε, νιώθεις την ανεπαίσθητη ρωγμή του χρόνου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η ζωή, θαρρείς, ξαναβρίσκει το παλμό της.Τότε, που η ελπίδα επιστρέφει στο σπίτι της. Αφήνοντας, έξω και μακρυά, τη ματαιότητα των επετείων, των στερεότυπων και των συμβάσεων…Τα μάτια αβίαστα γαληνεύουν, και η σκέψη κουρδίζεται στο ρυθμό ήχων αρχέγονων. Είναι η στιγμή, που η άνοιξη θάλλει, και ο λόγος του ποιητή, επιτέλους, δικαιώνεται:

 

 

 

 

σχετικοί σύνδεσμοι: Ηχώ: ο ερωτικός αντίλαλος
Γιάννης Δημογιάννης: Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα
https://www.facebook.com/pg/
https://redlineagrinio.gr/culturally/arts/photography-art/64771-provoleis-stise-vladimiros-magiakofski

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply