Η καταστροφή αυτή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη. Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Εκεί είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους.
Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής (Ισίδωρος) Πανταζόπουλος. Γνωστός, εφόσον επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους. Όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν. Παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν.
Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη. Εκτός, προφανώς, από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία[1]. Διήρκεσε από τις 31 Αυγούστου έως τις 4 Σεπτεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο). Σήμερα η επέτειος αυτή στην πραγματικότητα είναι η 13η Σεπτεμβρίου, καθώς την επόμενη χρονιά εισήχθη στην Ελλάδα το νέο ημερολόγιο

 Προηγηθέντα της πυρπόλησης

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, και την άτακτη υποχώρηση και αναδίπλωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από το Αφιόν Καραχισάρ, (στα μέσα Αυγούστου του 1922), άρχισε και ο ξεριζωμός. Αρχικά ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού (Ελλήνων και Αρμενίων) προς τη μικρασιατική ακτή. Κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου[2], έφτανε τις 250.000. Επίσης, στη Σμύρνη είχαν βρει καταφύγιο και 15.000 Αρμένιοι που συνωστίζονταν στα διάφορα ιδρύματα και σπίτια της Αρμενικής Κοινότητας[3].

Τα τρένα

Η αδιάκοπη ήταν η άφιξη των τρένων που μετέφεραν στρατιωτικά υπολείμματα και πρόσφυγες (υπολογίστηκε ότι έφταναν με ρυθμό 30.000 ατόμων την ημέρα) στη Σμύρνη. Ταυτόχρονα, οι έντονες φήμες της γενικής κατάρρευσης του μετώπου μεγάλωναν την ένταση και την ανησυχία του πληθυσμού. Ενώ την ίδια τραγική στιγμή, η προετοιμασία της ελληνικής διοίκησης για αναχώρηση δεν άφηναν πλέον τις παραμικρές αμφιβολίες για τη μετέπειτα εξέλιξη[5]. Έναντι της έντρομης εκείνης κατάστασης που εξελισσόταν, χαρακτηριστική υπήρξε η απάντηση του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην Νομάρχη Λέσβου και Διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου. Απαντώντας όταν ο δεύτερος του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει. Ο Στεργιάδης φέρεται να δήλωσε στον Παπανδρέου: «Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ’ ανατρέψουν τα πάντα.».[6]

Ο δρόμος προς σταύρωση 

Στις 24 Αυγούστου/6 Σεπτεμβρίου αναχωρεί και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα. Την επομένη, χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης προκυμαίας «Κε»της Σμύρνης. Μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. (Δείτε παρακάτω ενότητα «Ο ελληνικός στόλος»). Μετά όμως από έντονη παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου Γ. Χόρτον, (G. Horton), στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων[7]. Την επομένη, 26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου (1922), αναχωρούν οι ελληνικές Αρχές Σμύρνης. O μέχρι τότε Έλληνας Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης, Αρ. Στεργιάδης, επιβιβάστηκε σε αγγλικό πολεμικό πλοίο που του διατέθηκε με προορισμό την Κωνσταντινούπολη.

Η αντίστροφη μέτρηση για την πόλη της Σμύρνης είχε πλέον φθάσει.
Ο ελληνικός στόλος

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, δηλαδή δύο ημέρες πριν από την έναρξη της καταστροφής της πόλης, είχε εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Τούτο είχε ως συνέπεια όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος με το σύνολο των επίτακτων πλοίων να τεθεί υπό τους κινηματίες για τη μεταγωγή του ελληνικού στρατού προς το Λαύριο, προκειμένου να επικρατήσει η επανάσταση στην Αθήνα.[8] Πρωταγωνίστησε, δε, το ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς που ναυλοχούσε και είχε ως βάση τη Σμύρνη. Με την έκρηξη του κινήματος και υπό τον κυβερνήτη πλοίαρχο Δεμέστιχα μετέβη στη Σάμο. Εκεί και παρέμεινε προκειμένου να επιβάλει την επανάσταση[9]. Οι καπνοί της καταστροφής, κατά την ημέρα, και το φέγγος της πυρκαγιάς, κατά τη νύχτα, ήταν ορατά τόσο από τη Χίο όσο και από τη Σάμο.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1922, κατά την τρίτη ημέρα της καταστροφής της Σμύρν,ης το θωρηκτό Κιλκίς απέπλευσε και ενώθηκε με το θωρηκτό Αβέρωφ, μεταξύ Χίου και Σάμου. Το δεύτερο κατερχόταν ολοταχώς το Αιγαίο προς Πειραιά, προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη. Προηγουμένως είχε σημειωθεί ανταρσία και είχε αποχωρήσει από τη Διασυμμαχική Ανταντική Ναυτική Δύναμη, που ναυλοχούσε στο Βόσπορο, στην οποία είχε ενταχθεί μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, υπό τον κινηματία κυβερνήτη Αντιπλοίαρχο Γ. Χατζηκυριάκο[10].

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Παραπομπές
  1.  Richard Clogg, A Concise History of Greece, Cambridge University Press, 2002, σ. 97
  2.  Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Μουσείο Ελ. Βενιζέλου Αθήνα, Φάκ.317 «Έκθεση Οικουμενικού Πατριαρχείου – Η καταστροφή της Σμύρνης κατά τας εις Οικουμενικόν Πατριαρχείον μέχρι 11ης/24 Σεπτεμβρίου πληροφορίας σ.1
  3.  Α. Κουρτιάν «Τα τετράδια της Αντζέλ Κουρτιάν – Αθήνα 1980
  4.  «Aya Fotini». levantineheritage.com. Ανακτήθηκε στις 24 Μαΐου 2017.
  5.  Βικτωρία Σολωμονίδου Δρ του King College Λονδίνου «Ο καυτός Αύγουστος» (Η Μικρασιατική Καταστροφή – 15 συγκλονιστικές μαρτυρίες Αφιέρωμα ΤΑ ΝΕΑ σ.51 2008
  6.  Γ. Δάφνης «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων» Αθήνα 1955 σ.16
  7.  Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών «Έξοδος» τ. Α’ Αθήνα 1980
  8.  Γεωργίου Ρούσσου, Νεώτερη ιστορία του ελληνικού έθνους (1826-1974), τόμος ΣΤ, σελ.302
  9.  Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου – «Κιλκίς» θωρηκτό τ.10ος σ.711-712
  10.  Νίκου Σταθάκη «Θ/Κ Γ. Αβέρωφ» έκδοση Πολεμικού Ναυτικού 1987
Πίνακας περιεχομένων
Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply