Το ξεσκονόπανο 

Το ξεσκονόπανο

αφιερωμένο στην Πολυτίμη

Το ξεσκονόπανο - Χρύσσα Παπαδημητρίου

– Έλα στο χωριό να σε κάνω Ζήκο, μου είπε και σκύβοντας πόστιασε ένα τσουβάλι ρύζι.
– Αν θελήσω ν’ αλλάξω επάγγελμα θα το σκεφτώ κυρά- Πολίτω, της απάντησα, αφού μου ΄χεις θέση έτοιμη.
Έσιαξε μαζί με την κοντή της φούστα ένα ατίθασο κοκκινωπό τσουλούφι κι απιθώνοντας το ξεσκονόπανο στον ώμο, άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Αυτό το ξεσκονόπανο είχε γίνει αιτία χωρατών απ’ τους συγχωριανούς της που ολοένα την πείραζαν. Έλεγαν ότι το ‘χει για να ξεσκονίζει τις αράχνες που ΄χε πιάσει ανάμεσα απ’ τα σκέλια της. Εκείνη η έρμη τ’ άκουγε μα δεν έδινε σημασία. Μηδέ ξεφορτωνόταν το ξεσκονόπανο. Η αλήθεια είναι πως δεν ξεσκόνιζε διόλου με δαύτο. Το ΄χε πάντα περασμένο ανάμεσα σε δείκτη και αντίχειρα και το ξεκούραζε πότε στον έναν πότε στον άλλον ώμο.

Ένα απλό ξεσκονόπανο, κάποτε λευκό μα τώρα γαριασμένο απ’ την πολυκαιρία. Δεν τ’ άφηνε από πάνω της. Μονάχα όταν κοιμόταν, το ‘βαζε στο κομοδίνο της, μπροστά απ’ το εικόνισμα του προφήτη Ηλία. Των Αγγέλων μόνο, το βαζε στο άδειο μαξιλάρι δίπλα της, μια φορά το χρόνο, στη γιορτή του Μιχάλη. Έντεκα χρόνια που μπάρκαρε και δεν τον ξανάδαν. Έντεκα χρόνια από τότε που του κούνησε λευκό μαντήλι για τελευταία φορά στην αποβάθρα. Το τελευταίο πράγμα που στάθηκε ανάμεσα στους δυο τους ήταν αυτό. Είχε κάποια απ’ τα δάκρυά της και κάποια απ’ τα φιλιά που της έστειλε από μακριά -τα τελευταία του- αιχμαλωτίσει.
– Τέλος για σήμερα, αύριο πάλι, μου είπε βγαίνοντας απ’ την αναπόληση. Έλα να σε κάνω Ζήκο να δεις τα ωραία.

Της χαμογέλασα κι αφού έκλεισε το μπακάλικο, αποχαιρετηθήκαμε. Την κοίταζα, ώσπου να γίνει ένα με την καταχνιά στο τέλος του δρόμου.

 

σχετικοί σύνδεσμοι: Μάρω Βαμβουνάκη: «Ο θάνατος είναι πολλών ειδών…»
Μάνος Ελευθερίου:«Εμένα ο θάνατος δεν με ενδιαφέρει, εκεί ο πέλεκυς είναι μια και καλή»
https://grafeionpoihsis-vraveiazanmoreas.blogspot.com/p/blog-page.html?
https://www.youtube.com/watch?

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply