Vaya Sb Politi – ανθρώπινα τοπία. Ανθρώπινα θραύσματα, εικόνες και λέξεις που αναζητούν το στίγμα και την ταυτότητά τους. Αποτυπώματα μίας προσωπικής διαδρομής, που διεκδικούν την έκφρασή τους, μέσα από τα σχέδια, αλλά και την ποίηση. Σκέψεις και συναισθήματα, που αρθρώνονται και απεικονίζονται σε μία διαδραστική όσμωση.

Εξορία

Πεταμένη άνανδρα
σ’ένα ανοίκειο ντεκόρ, εγώ που είμαι μια άλλη.
Κουφάρι άδειο που μόλις αναλώθηκε στο βωμό της ρήξης.
Απέρριψα, με αποτρόπαια απόγνωση
την μάνα μου και τον πατέρα μου.
Εφιαλτικός ο σταθμός της Ιθάκης μου.
Εδώ και πουθενά, η επιλογή, η εξορία μου.
Η πατρίδα μου,
μια τσαλακωμένη άσπρη και μπλε ταυτότητα
που υπολείπεται επαρκή ψηφιακή ενημέρωση.
Ο τόπος μου,
παλίμψηστο τσακισμένων πολυ -κατοικιών,
πολιτικών κραυγών και χαμένων ερώτων,
επιμένει ακόμα να μιλάει για ιστορία
άλλα να μην τη φτιάχνει.
Ψέματα με βύζαξες μάνα.
Τι τα χρειαζόμουν εγώ τα πλεονάσματα ;
Άδικα χρέη, πλαστά φορτία
παρέλυσαν τα χέρια μου.
Και συ πατέρα ντροπή σου !
που ‘θελες πάντα ξένες αγκαλιές
αφήνοντας το δέντρο και το σπίτι
να ρημάζουν.
Εγώ και οι άλλοι
και στο βάθος όλοι απάτριδες,
σε πατρίδα αφιλόξενη
σ ‘έναν κλεμμένο τόπο.
Εξορία το όνομά μου.
Αλλότρια το επίθετό μου.
Απώλεια η δύναμή μου.
Και μια σπίθα επίμονη με σιγοκαίει
ακόμα.

Vaya Sb Politi - ανθρώπινα τοπίαΕρωτικό

Στητή μπρος σου απόψε
είμαι εγώ και απαγγέλλω.
Σκέπασε με απόψε
μελαχροινό μου χερουβείμ.
Στις μαύρες μπούκλες και το τρίχωμα πάνω,
μετάλαβα το γάλα σου.
Άπλωσε τα χέρια σου
και τρύγησε
Τον ιδρώτα από τα φιλιά μας, κόκκινα του Μάη
Τους χυμούς από την ορθάνοιχτη ορχιδέα μου
Την γύρη που στάζει το στήθος μου όταν θηλάζεις.
Είμαι ένα άδειο σώμα που σε τυλίγει.
Πάρε με απόψε
δαιμόνιε κολυμβητή
στην μαύρη θάλασσα
της αέναης επιστροφής. Vaya Sb Politi – ανθρώπινα τοπία

Vaya Sb Politi - ανθρώπινα τοπία

 

Μακρόκοσμος

Κάτω από το πεζοδρόμιο
κοιμάται όμορφα το χώμα.
Στον μικρό μου κόσμο γύρω
τα σημάδια φέρνουν
μια χαρά απόκοσμη.
Στου μακρόκοσμου τη σκηνή ,
στητή ακούω τον αιώνα.
Άνεμος σηκώνεται θερμός,
σπόροι αιωρούνται πάνω απ’την πόλη.
Παγόβουνα στάζουν απειλητικά
στη βουλή που χαρωπά ονειροπολεί.
Μαύροι πελαργοί έφτασαν,
παρέλαση
στην κεντρική λεωφόρο.
Οι πεταλούδες προσγειώθηκαν,
σμήνος στους πενιχρούς σας κήπους.
Στρατιές οι μέλισσες,
ραγίζουν των λαϊκών κατοικιών τους τοίχους.
Τα σπίτια θ’ανοίξουν τις πόρτες τους στον κόσμο πάλι.
Τα εργοστάσια περιμένουν, με το λουκέτο στη παλάμη.
Θερινό ηλιοστάσιο υψώνεται.
Συντελεστής σύμπτυξης απλώνεται.
Αναμονή.
Ώρα να περάσω στην νέα εποχή

 

Share.

About Author

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Leave A Reply